Wednesday, 30 September 2020

Παναγιώτης Σκαρλάτος - Γερμανική Κατοχή και Εθνική Αντίσταση στη Γέρα Μέρος Δ΄

Παναγιώτης Σκαρλάτος ο επονομαζόμενος και «Σοφός». Με χορηγίες του έγιναν σημαντικά κοινωφελή έργα στη Γέρα, κατά την διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής τα οποία έδωσαν ψωμί και δουλειά στους δοκιμαζόμενους Γεραγώτες.

Σε νέα φάση περνά το αντιστασιακό κίνημα της Λέσβου, το φθινόπωρο του 1943, με την άφιξη στο νησί του Βαγγέλη Γιοσμά, καθοδηγητικού στελέχους του Ε.Α.Μ. από την Αθήνα. Η ΕΑΜική οργάνωση της Λέσβου, για πρώτη φορά, αποκτά οργανωτική σύνδεση με το Ε.Α.Μ. της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ο Βαγγέλης Γιοσμάς μεταλαμπαδεύει την αγωνιστική και οργανωτική εμπειρία του Κέντρου καθώς και τις ιδεολογικές και πολιτικές συντεταγμένες του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα.

Μετέχει στις συνεδριάσεις της Νομαρχιακής Επιτροπής Λέσβου του Ε.Α.Μ. και προτείνει η Οργάνωση να βγει από την αφάνεια και την παρανομία και να κάνει αισθητή την παρουσία της στον κοινωνικό στίβο.

Για την υλοποίηση αυτού του νευραλγικού στόχου αποφασίσθηκε η σύγκλιση Παλλεσβιακής Σύσκεψης στελεχών της Οργάνωσης για τις αρχές του Μάρτη του 1944 στη Αγία Παρασκευή. Πράγματι, αντιπρόσωποι απ’ όλα τα χωριά της Λέσβου, με πλήρη μυστικότητα, καταφθάνουν τμηματικά μια συννεφιασμένη νύχτα του Μάρτη στην Αγία Παρασκευή και οδηγούνται σε κάποιο σπίτι που έχει προετοιμαστεί κατάλληλα γι’ αυτόν το σκοπό.

Παραμένουν κλεισμένοι, χωρίς να δίνουν στόχο και συνεδριάζουν ολόκληρη την επόμενη μέρα, το βράδυ δε αναχωρούν σταδιακά για τα χωριά τους.

Οι αποφάσεις που πήραν ήταν καθοριστικές για την περαιτέρω πορεία του αγώνα.

Αποφασίσθηκε η Οργάνωση να βγεί απ’ το « καβούκι» της και να προχωρήσει με ταχύ βηματισμό στη στρατολογία νέων μελών και στη δημιουργία ένοπλου τμήματος, του ΕΛΑΣ. Όσον αφορά δε τον οπλισμό αποφασίσθηκε να αξιοποιηθούν σε πρώτη φάση τα όπλα που δεν είχαν παραδοθεί στους Γερμανούς και ήταν κρυμμένα σε διάφορα σημεία.

Οι Αντιστασιακές Οργανώσεις της Γέρας εκπροσωπήθηκαν στη Σύσκεψη απ’ τους

Γιώργο Σκοπελίτη, Κώστα Γάκα, Παναγιώτη Γλιγλή και Χαράλαμπο Χατζηβασιλείου (Μπέλο). Για την αντιμετώπιση μάλιστα των αυξημένων οικονομικών αναγκών του αγώνα προσφέρθηκαν απ’ τους Παναγιώτη Γλιγλή και Παναγιώτη Κεμερλή από 100 οκάδες λάδι. Ανάλογες προσφορές έγιναν και από αντιπροσώπους άλλων περιοχών.

Καινούρια πνοή και ανερχόμενη δυναμική απέκτησαν οι Οργανώσεις της Λέσβου μετά τη σύσκεψη. Το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα έδωσαν δυναμικό παρόν με πολλές εκδηλώσεις, όπως ήταν ο γιορτασμός της επετείου της 25ης Μαρτίου σε Αγιάσο, Μανταμάδο και σε πολλά ακόμα χωριά. Ακολούθησαν οι εξεγέρσεις των εξαθλιωμένων στη Μυτιλήνη, στον κάμπο της Καλλονής και στη Ερεσό.

Στη Γέρα, για την ανακούφιση των λιμοκτονούντων κατοίκων της, συγκροτήθηκε επιτροπή με πρωτοβουλία του Ε.Α.Μ. από εκπροσώπους του εμπορικού και βιομηχανικού κόσμου της περιοχής. Στόχος της η συγκέντρωση 100 χιλιάδων οκάδων λαδιού, από τους έχοντες και κατέχοντες, για την εκτέλεση κοινωφελών έργων που θα έδιναν δουλειά και ψωμί στους δοκιμαζόμενους γεραγώτες.

Παράλληλα ευρείας έκτασης κοινωφελή έργα είχε ξεκινήσει στα χωριά της Γέρας ο Παναγιώτης Σκαρλάτος (Σοφός), υπεύθυνος στη υπηρεσία συγκέντρωσης λαδιού των Γερμανών στη περιοχή.


Τα κέρδη που προκύπτουν από το εμπόριο του λαδιού τα επέστρεφε στους δύστυχους Γεραγώτες με τη χρηματοδότηση δημοσίων έργων όπως ήταν η κατασκευή της πλατείας «Πέρας Βρύσης» Σκοπέλου, του υδραγωγείου Μεσαγρού και της πλατείας του Δημοτικού Σχολείου του χωριού, του γηπέδου Παπάδου κ.α.


Η μακέτα του «Σκαρλάτειου Παγγεραγωτικού Σταδίου». Εκπονήθηκε τον Μάιο του 1944, από τον πολιτικό μηχανικό Πάνο Ζάκκα.


Πρόσκληση του «Παγγεραγωτικού Αθλητικού Συλλόγου» προς τον Παν. Σκαρλάτο για τα εγκαίνια του «Σκαρλάτειου» γηπέδου



Παπάδος 16 Ιουλίου 1944. Φωτογραφία από τα εγκαίνια του «Σκαρλάτειου» Γηπέδου. Διακρίνεται ο Παν. Σκαρλάτος μπροστά από τον αστυνομικό.

Όπως δείχνουν τα ντοκουμέντα που δημοσιεύουμε είχε εκπονηθεί τεχνική μελέτη για τη δημιουργία «Παγγεραγωτικού Αθλητικού Σταδίου» που θα έφερε την ονομασία «Σκαρλάτειον». Σε πρώτη φάση κατασκευάσθηκε το γήπεδο το οποίο εγκαινιάσθηκε στις 16 Ιουλίου 1944. Με την ευκαιρία μάλιστα των εγκαινίων έγινε και φιλική ποδοσφαιρική συνάντηση μεταξύ των ομάδων του «Παγγεραγωτικού» και του «Άρεως» Μυτιλήνης.

Στον αγώνα αυτόν νικητής αναδείχτηκε ο «Παγγεραγωτικός» με σκόρ 5-2.

Το επινίκιο όμως γλέντι που πραγματοποιήθηκε στο «ΣΠΛΕΝΤΙΤ» είχε τραγική κατάληξη, όταν κάποιος συνεργάτης των Γερμανών, απ’ τη Μυτιλήνη, δέχτηκε θανατηφόρο δολοφονική επίθεση. Τη προσφορά του Παναγιώτη Παρ. Σκαρλάτου (Σοφού) προς τον λαό της Γέρας, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, αποτύπωσε σε ποίημα του, γραμμένο το 1943, ο λαϊκός ποιητής Γιώργος Ε. Πανταζής, ο επονομαζόμενος και «Γιωργάρας».

Το δημοσιεύουμε αυτούσιο σε φωτοτυπική ανατύπωση.

Συνεχίζεται…

 


Ποίημα του Γιώργου Πανταζή (Γιωργάρα) το οποίο αναφέρεται στον Παναγιώτη Σκαρλάτο 

Πηγές:

1.Μνήμες Α. Αποστόλου

2.Σκόρπια από την Αντίσταση, Α. Αποστόλου

3. Η Αντίσταση στη Λέσβο, Π. Κεμερλή- Α. Πολυχρονιάδη

4. Ημερολόγιο Παν. Καραδούκα (Εφημ. «ΓΕΡΑ» αρ. φύλλου 18 & 20)

5. Η Ιστορία του «Παγγεραγωτικού Αθλητικού Συλλόγου»

 (Περιοδικό «ΓΕΡΑ» τεύχος 2, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1980)

 

Υ.Γ.

Θερμές ευχαριστίες στον κ. Αντώνη Μανιό για τα πολύτιμα ιστορικά ντοκουμέντα, για τον Παναγιώτη Σκαρλάτο, που έθεσε στη διάθεσή μου.

 

Στρατής Καραγιασσώτης

karras@altecnet.gr

Thursday, 17 September 2020

Το Οθωμανικό Σχολαρχείο και Παρθεναγωγείο (Ρουστιέ) του Σκοπέλου

 

Σύμφωνα με την επιγραφή στην μπροστινή είσοδο και πάνω από τη πόρτα αναγράφει ότι χτίστηκε το 1298 εγίρας ή το 1880.

Το 1894 ο Γεώργος Αρχοντόπουλος αναφέρει στο «Λέσβος ή Μυτιλήνη ήτοι Συνοπτική Ιστορία»: "Κάτωθες δε είναι η συνοικία Πλάτανος, είς το άκρον τούτο βορειοδυτικών υπάρχουν και οι αρχαί και εγγύς το οθωμανικό Σχολαρχείο και Παρθεναγωγείον κτίριον ωραίον εις θέσιν κατάλληλον"
Το 1906, ο Γεώργιος Π. Πετρέλλης (εφ. Αμάλθεια, αρ. 8545, 6/19-11-1906) γράφει παρόμοια "Εις το βόρειον τμήμα του Σκοπέλου κείται η οθωμανική συνοικία, διατηρούσα σχολαρχείον έξω της κωμοπόλεως, εκτισμένον χάριν και της εν Μεσαγρώ κατά το δυτικόν τμήμα κειμένης οθωμανικής συνοικίας."
Το 1911-1912 σε αναφορά από το Ελληνικό Υποπροξενείο Μυτιλήνης στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος δίνονται τα στατιστικά στοιχεία
Μεσαγρός: Αριθμός Τούρκων Κατοίκων 450
Σκόπελος: Αριθμός Τούρκων Κατοίκων 500
στο μουσουλαμνικό Σχολαρχείο φοιτούν 69 μαθητές
και στο Παρθεναγωγείο 48 μαθήτριες. 

Με δεδομένο ότι με την ανταλλαγή το 1924 έφυγε ο Μουσουλμανικός πληθυσμός από τη Λέσβο, το Οθωμανικό σχολείο λειτούργησε μόλις 44 έτη. 
Κατά το σχολικό έτος 1926-27 και μετέπειτα χρησιμοποιήθηκε ως διδακτήριο έως ότου γίνει η ανέγερση του νέου σχολείου του Σκοπέλου. Το έτος εκείνο διδάσκοντες ήταν ο Πέτρος Ζαργκλής, η Κοραλία Πούλου και ο Ιωάννης Μιχαλακέλλης. Το έτος 1932 χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία και από το 1940 ως σταθμός χωροφυλακής με τα κάτω δωμάτια να λειτουργούν και ως κρατητήρια. Περί του ~1980 ανακαινίσθηκε και λειτούργησε μεγάλο διάστημα ως «Ξενώνας» και καφετέρια. 
Έχει δύο ορόφους, που αν λάβουμε τα αρχικά δεδομένα λειτουργίας, ο κάτω όροφος, θα ήταν ίσως το Παρθεναγωγείο και το πάνω το Σχολαρχείο (Αρρένων) με ξεχωριστούς αύλειους χώρους μπρος και πίσω. Το 
Σχολαρχείο ήταν παλιότερος τύπος σχολείου που κάλυπτε και τις δύο τελευταίες τάξεις του σημερινού δημοτικού και την πρώτη τάξη του σημερινού γυμνασίου δηλ επτατάξιο. Το ρουστιέ - rüştiye (rusd = εφηβεία) αναφέρεται σε δευτεροβάθμια ημιγυμνάσια σχολεία, ενώ το πρώτο και μοναδικό γυμνάσιο (ιντιταντιέ)  ήταν στα σημερινά δικαστήρια Μυτιλήνης, ως πρωτοβάθμιο σχολείο και λειτούργησε το 1896.  


Σε λίγη απόσταση από το Σχολείο ο Μεσαγρός και ο μιναρές 

Στο σχολείο φοιτούσαν παιδιά και από τα δύο χωριά Σκόπελος και Μεσαγρός τις οποίες οι συνοικίες ήταν κοντά. Το δε κτήριο κτίστηκε με τη συνδρομή των εύπορων Οθωμανών και από τα δύο χωριά προκειμένου να συμβαδίσουν και να μην υπολείπονται των Ελληνικών σχολείων της Γέρας (Σκόπελος, Μεσαγρός, Παπάδος, Παλαιόκηπος, Πλακάδος), τα οποία από το 1840 (Γ. Αριστείδης) είχαν Αλληλοδιδακτικά και Παρθεναγωγεία σχολεία. Στο Σκόπελο ο «Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κων/πόλεως» αναφέρει: «Εν Σκοπέλω, υπάρχει αλλολοδιδακτικό σχολείον καλώς οργανωμένον από το 1865. Ο αριθμός των μαθητών υπερβαίνει τους 100 επί 400 οικιών. Η κοινότης συντηρεί την σχολήν. Μεγάλη πτώχεια υπάρχει». Στο Σκόπελο δύο Οθωμανοί κατείχαν ελαιοτριβεία, ο Αλή Μπέη Κόμιλι και ένα δεύτερο μετέπειτα αγορασμένο από τον Ιταλό πρόξενο Φιδέλε. Ο Σκόπελος αναφέρεται στον Π. Πετρέλη ότι είναι η πρωτεύουσα του Δήμου Γέρας, εις ην εδρεύει και ο μουδίρης (ανθυποδιοικητής)
Στη Τούρκικη Αγορά (Κάτω αγορά σήμερα του Σκοπέλου) υπήρχε και Οθωμανική Τράπεζα όπως και τζαμί το οποίο δεν υπάρχει πλέον σήμερα. Το δε κτήριο ανήκει στα περιουσιακά στοιχεία του Δημοτικού Διαμερίσματος Γέρας. 

Παναγιώτης Αγιακάτσικας

Tuesday, 25 August 2020

Ο Μαστρανώνης Β' Μέρος

Απόσπασμα από το βιβλίο του Φώτη Εμμ. Στρογγύλη

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ ΑΣΗΜΩΝ ΑΝΔΡΩΝ


(Σκοπελιανές Ιστορίες) 

Β' Μέρος
Μέρος Α'

Ο Αριστείδης Καλάργαλης στο καφενείο του


Το καφενείο του Αριστείδη Καλάργαλη ήταν σαν μια ανεπίσημη λέσχη. Πολυτελές για την εποχή του, ολοκάθαρο (γι αυτό είχε τον τίτλο ΤΟ ΔΙΑΥΓΕΣ) και ζεστό, συγκέντρωνε τον καλύτερο κόσμο του χωριού. Οι πιο μορφωμένοι, οι πιο επίσημοι, οι πιο σοβαροί, εκεί μαζευόταν κι έπιναν τον καφέ τους ή το ποτό τους κι έπαιζαν το τάβλι τους, μέσα σε ήσυχο και φιλικό περιβάλλον. Κάποτε ήρθε στη σκέψη του καταστηματάρχου να διοργανώσει πρωτάθλημα ταβλιού μεταξύ των πελατών του. Ήταν κι αυτός ένας αξιόλογος άνθρωπος. Εύθυμος, χαρούμενος, φιλικός, με καλλιτεχνικές διαθέσεις (έπαιζε καλό βιολί ερασιτεχνικώς) δημιουργούσε ατμόσφαιρα στο καφενείο του.

Μετά από τις απαιτούμενες συζητήσεις, δήλωσαν συμμετοχή  32 ταβλαδόροι, μεταξύ των οποίων  και ο Μαστραντώνης. Έκαναν κλήρωση και βγήκαν τα ζευγάρια που θα διαγωνίζοντο στην αρχή. Στη δεύτερη φάση θα έπαιζαν οι νικητές και στην Τρίτη πάλι οι νικητές ώσπου να έμεναν δύο στον τελικό. Σύστημα κατά την ποδοσφαιρική ορολογία νοκ-άουτ. Οι ηττημένοι έβγαιναν έξω απ την αρχή.

Ο Μαστραντώνης κληρώθηκε να παίξει με τον νεαρότατο τότε Δημήτριο Ευστρ. Ανδριάνη. ( Για όσους δεν τον θυμούνται, ήταν ο αδελφός του Κώστα Ανδριάνη που παντρεύτηκε κι εγκατεστάθηκε στον Παπάδο. Έφυγε όμως στην Αθήνα και ξεχάστηκε).

Αυτό άλλοι το θεώρησαν εύνοια της τύχης κι άλλοι μειωτικό για τον Μαστραντώνη που θεωρείτο το φαβορί του διαγωνισμού σαν ο καλύτερος ταβλαδόρος του χωριού. Όμως η τύχη ή μάλλον το ζάρι άλλα θέλησαν. Ο Μαστραντώνης έχασε την παρτίδα και μάλιστα με 7-2. Μόλις τελείωσε το τελευταίο παιχνίδι, το ήσυχο άλλες ώρες καφενείο σείστηκε απ τις φωνές, τα γέλια, τα πειράγματα, τα χειροκροτήματα. Ο μόνος που δεν έβγαλε λέξη ήταν ο Μαστραντώνης. Ατάραχος, ανέκφραστος, έβγαλε το πακέτο τα τσιγάρα, άναψε ένα τσιγάρο, αποτελείωσε τον καφέ του κι έφυγε χωρίς να πει τίποτε.

Την άλλη μέρα το πρωί ο Αριστείδης ήρθε στο μαγαζί του πατέρα μου κι αγόρασε ένα πένθιμο χαρτοφάκελλο (είχε ένα πόντο μαύρη γραμμή και το φάκελλο και η κόλλα)

Με φώναξε να γράψω εγώ το συλληπητήριο που θα έστελναν στον Μαστραντώνη,για να είναι τα γράμματα παιδικά και να μην υποπτευθεί κάποιον γνωστό του. Μου έλεγε ο μακαρίτης Αριστείδης κι εγώ έγραφα.

Γράψαμε τις τρεις σελίδες με τα συνηθισμένα λόγια παρηγοριάς σε κάποιον που έχασε ένα πολύ αγαπημένο του πρόσωπο. Δεν λέγαμε όμως ποιό. Στη τελευταία σελίδα γράψαμε περίπου τα εξής: «Ελπίζουμε Μαστραντώνη να σε λυπηθεί ο Θεός και να σου στείλει την εξ ύψους παρηγορίαν και να σε προστατέψει άλλη φορά να μην χάσεις στο τάβλι από ένα παιδαρέλι που ακόμα δεν ξέρει πού πάνε τα πούλια. Σου συνιστούμε να μην κάνεις και καμμιά απόπειρα, ούτε να κόψεις το τάβλι, ούτε να δαγκώσεις τα ζάρια σαν τον Παπλωματά (ένας άλλος συγχωριανός μας φανατικός ταβλιαδόρος).

                                                            Οι καλοί σου φίλοι που σ’ αγαπάνε

 

Βάλαμε γραμματόσημο και το ρίξαμε στο κουτί του ταχυδρομείου. Την επομένη μέρα  ο Μαστραντώνης έλαβε το γράμμα αλλά για κάποιον λόγο δεν το άνοιξε.

Το βράδυ όταν πήγε στο καφενείο κάθισε στο τραπέζι που καθόταν ο δάσκαλος ο Ιωαν. Μιχαλακέλλης κι αφού ήπιε μια ρουφηξιά καφέ κι άναψε ένα τσιγάρο, έβγαλε από την τσέπη του το πένθιμο γράμμα και το έδωσε στον δάσκαλο να το διαβάσει. Ο δάσκαλος το άνοιξε προσεκτικά ενώ το πρόσωπο του σοβαρεύτηκε. Θα υπέθεται πως κάποιος στενός συγγενής του Μαστραντώνη θα είχε πεθάνει. Άρχισε να το διαβάζει αργά και με ανάλογη φωνή. Μερικοί που είχαν μαθει για την αποστολή του γράμματος παρακολουθούσαν με τρόπο κάνοντας πως βλέπουν αλλού. Όταν όμως ο δάσκαλος έφθασε στην τέταρτη σελίδα και διάβασε αυτά που έλεγε για το τάβλι κ.λ.π. κι αντελήφθηκε περί τίνος επρόκειτο, ξέσπασε σε γέλια ακράτητα. Το ίδιο άρχισαν κι οι υπόλοιποι θαμώνες του καφενείου. Πρώτα αυτοί που το ήξεραν κι ύστερα οι άλλοι που το έμαθαν κείνη την ώρα. Ο Μαστραντώνης πήρε το γράμμα πίσω το έβαλε στην τσέπη του, ήπιε τον καφέ του, άναψε και δεύτερο τσιγάρο και δεν είπε λέξη. Έφυγε μετά από λίγο και για κάμποσο καιρό άλλαξε καφενείο. Μπορεί να παρεξηγήθηκε.

 

Το άλλο επεισόδιο ήταν πιο σοβαρό. Το έζησα κι αυτό ο ίδιος προσωπικά.

Βρισκόμαστε στο σωτήριο έτος 1935. Είναι αρχές του χρόνου κι η χώρα βρίσκεται σε έντονη προεκλογική περίοδο. Τα πάθη είναι σε έξαρση. Το αποτέλεσμα των εκλογών θα είναι καθοριστικό. Θα ισχύσει το «Ουαί τις ηττημένοις». Κάποια ημέρα αυτής της περιόδου ένας πελάτης του πατέρα μου, ο Κώστας Σκούφος (νοικοκύρης κι αυτός από τους λίγους, ήσυχος και γελαστός άνθρωπος) αγόρασε ένα σακκί αλεύρι, το φορτώθηκε στην πλάτη του και το πήγε στο σπίτι του. Τότε οι περισσότεροι συγχωριανοί ζύμωναν μόνοι τους. Αφού το άφησε εκεί γύρισε πίσω προς την αγορά να πάει στο καφενείο.

Ο Μαστραντώνης τον είδε προηγουμένως που πέρασε μπροστά απ το μαγαζί του φορτωμένος με το σακκί  το αλεύρι και όταν τον είδε να ξαναγυρίζει του είπε «Βλέπω Κώστα το αλεύρι το παίρνεις τώρα με το σακκί». «Γιατί να μην το πάρω;» απάντησε εκείνος «αφού είναι τζάμπα!» «Γιατί είναι τζάμπα;» ρώτησε περίεργος ο Μαστραντώνης. «Καλά εσύ δεν το έμαθες και είσαι μες την αγορά;» ξαναείπε ο Σκούφος «Δεν ξέρεις ότι ο Βενιζέλος διέταξε τον Στρογγύλη να δώσει από ένα σακκί αλεύρι σε κάθε οικογένεια που τον ψηφίζει; Θα το πληρώσει εκείνος.» «Αλήθεια Κώστα;» ξαναρώτησε ο Μαστραντώνης. « Ε! Τώρα παιδιά είμαστε, ψέμματα θα σου πω;» είπε ο Σκούφος κι έφυγε για το καφενείο.

Ο Μαστραντώνης τον πίστεψε γιατί τότε γινόταν πολλές τέτοιες δωρεές χάριν της ψήφου. Όταν αργότερα έκλεισε το μαγαζί του πέρασε μπροστά απ το μαγαζί του πατέρα μου και του φώναξε «Κυρ’  Μανώλη στείλε μου και μένα ένα σακκί αλεύρι στο σπίτι» «Εντάξει» του φώναξε ο πατέρας μου «αύριο το πρωί»

Όπως κι έγινε. Ο υπάλληλος του πατέρα μου Θρ.Ζαχαρίας έβαλε ένα σακκί αλεύρι στην πλάτη του και το πήγε στο σπίτι του Μαστραντώνη.

Έγιναν οι εκλογές, ο Βενιζέλος τις έχασε, έκανε κίνημα κι έφυγε στο εξωτερικό.

Ο Μαστραντώνης ερχόταν κάθε μέρα στο μαγαζί του πατέρα μου και ψώνιζε αλλά κανένα λόγο δεν έκανε για το σακκί το αλεύρι. Ήταν πελάτης τοις μετρητοίς κι ο πατέρας μου τον σεβόταν και τον εκτιμούσε πολύ και δίσταζε να του πει κάτι που να τον δυσαρεστούσε. Ένα βράδυ όμως, αφού ψώνισε και πλήρωσε ο πατέρας μου του είπε πολύ ευγενικά «Μαστραντώνη εκείνο το σακκί το αλεύρι να το περάσω στο βιβλίο να το πληρώσεις όποτε θέλεις;» ο Μαστραντώνης κάπως απότομα είπε «Γιατί να το πληρώσω κυρ’ Μανώλη αφού σου το πλήρωσε ο Βενιζέλος;» ο πατέρας μου τάχασε «Τι είναι αυτά που λες, πότε με πλήρωσε ο Βενιζέλος και γιατί;»

«Δηλαδή κυρ’ Μανώλη, εμείς θα την πληρώσουμε πάλι ο απλός λαός;. Επειδή δεν κερδίσαμε τις εκλογές τώρα παίρνετε πίσω αυτά που τάξατε και δώσατε; Τι φταίμε εμείς; Εγώ ξέρεις τι αγώνα έκανα για το Βενιζέλο και τώρα θέλεις να σου πληρώσω το σακκί το αλεύρι; Δεν είναι τίμια πράγματα αυτά κι εσύ δεν έπρεπε να μου ζητήσεις να σε πληρώσω;»

Ο πατέρας μου θίχθηκε αλλά και απόρησε «Τι είναι αυτά που λες Μαστραντώνη; Πού έμαθες εσύ ότι με πλήρωσε ο Βενιζέλος; Ποιός σου είπε τέτοιο πράγμα;» Μου το είπε σοβαρός άνθρωπος που πήρε κι αυτός» είπε ο Μαστραντώνης. «Πες μου ποιος είναι να τον φωνάξουμε τώρα να μας το πει μπροστά μας, ποιος είναι;»

«Ο Κ. Σκούφος» απάντησε

«Πήγαινε φώναξε απ το καφενείο το Κ. Σκούφο» μου είπε ο πατέρας μου. Το καφενείο ήταν δίπλα ,έτρεξα και τον φώναξα. Ήρθε γελαστός όπως πάντα. Σαν  είδε τον Μαστραντώνης και τον πατέρα μου σοβαρούς να τον κοιτάνε με ύφος ερευνητικό και με κάποια αγωνία, κάτι θυμήθηκε, κάτι υποψιάστηκε και το χαμόγελό του έγινε πιο μεγάλο «Έλα βρε Κώστα του είπε ο πατέρας μου, τι είναι αυτά που λέει ο Μαστραντώνης; Σου έδωσα εγώ ένα σακκί αλεύρι για να ψηφίσεις το Βενιζέλο; Κι έδωσα σε όλους όσους ψηφίζουν το Βενιζέλο;»

«Έλα μωρέ ένα αστείο είπα» απάντησε ο Σκούφος κι έβαλε τα γέλια.

«Μωρέ αστείο ήταν αυτό που κοντέψαμε να παρεξηγηθούμε με τον Μαστραντώνη ύστερα από τόσων χρόνων φιλία;»

Κι αφού δόθηκαν όλες οι εξηγήσεις και το θέμα γύρισε στους λόγους  της αποτυχίας του Βενιζέλου ο Μαστραντώνης ρώτησε πόσο κάνει το σακκί το αλεύρι, έβγαλε αμέσως πλήρωσε και το θέμα έληξε εκεί.

 

Γρηγόρης Κωνσταντέλιας βιολί

Και τώρα το τελευταίο επεισόδιο.

Είπαμε ότι τον Μαστραντώνη τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν όλοι στο χωριό. Ένας όμως που τον θαύμαζε κυριολεκτικά κι έτρεχε από πίσω του και καθόταν όπου καθόταν και κείνος ήταν ο Γρηγόρης ο Κωσταντέλιας. Πρόσφυγας κι αυτός και μεγάλος μουσικός. Έπαιζε βιολί αλλά τι παίξιμο ήταν αυτό ;Το βιολί του κελαηδούσε, έκλεγε, αναστέναζε. Δεν ήταν απλό παίξιμο, δεν ήταν ήχος από χορδές, ήταν ήχος που έβγαινε από ανθρώπινα σπλάχνα, ήταν γέλιο, χαρά, κλάμα, αναστεναγμός ανθρώπινης καρδιάς. Αν ζούσε σήμερα θάταν περιζήτητος στα τηλεοπτικά κανάλια.

Αυτός λοιπόν ο φίλος του Μαστραντώνη έκανε ότι μπορούσε για να τον αναγκάζει να μιλά για οτιδήποτε για να τον ακούει. Πάντα όμως με σεβασμό κι ευγένεια χωρίς ποτέ να τον μειώνει ή να τον εκθέτει ή να τον θίγει. Μάλλον προσπαθούσε να τον εξυψώνει στα μάτια των άλλων. Και το επεισόδιο αυτό άρχισε αθώα κι εξελίχθηκε μετά. Έπιναν τον καφέ τους ένα απόγευμα στο καφενείο του Βράκα όταν κάποια στιγμή ήρθε η έμπνευση στον Κωσταντέλια να πει στον Μαστραντώνη

«Δεν πάμε δίπλα στο Στρογγύλη να πάρουμε δύο λαχεία του Στόλου να δούμε μπας και μας χαμογελάσει κι εμάς η τύχη και γλιτώσουμε τα βάσανα του χωριού. Βαρέθηκα ν ακούγω τα μαξούλια, θάχουμε δε θάχουμε. Να κερδίσουμε το λαχείο να πάμε σε καμμιά πόλη να ζήσουμε σαν άνθρωποι. (Η μανία της φυγής ήταν από τότε στο μυαλό όλων)

Ο Μαστραντώνης συμφώνησε. Μπήκαν στο μαγαζί του πατέρα μου κι αγόρασαν από ένα λαχείο. Πέντε δραχμές κόστιζε κι η κλήρωση γινόταν κάθε μήνα. Κι ο πρώτος αριθμός κέρδιζε 100.000 δρχ.


Καφενείο στο Παπάδο, ~1935 με τα γυαλιά Γρηγόρης Κωνσταντέλια, δεξιά Μιχαλάκης Ονυφριάδης, και τέρμα δεξιά ο Θεοφάνης Μουρόπουλος

Όταν γύρισαν στο καφενείο ο Γρ. Κωσταντέλιας έβγαλε ένα τεφτεράκι απ την τσέπη του κι είπε στο Μαστραντώνης «Δωσ’ μου το λαχείο να γράψω τον αριθμό στο τεφτεράκι μου μαζί με τον αριθμό του δικού μου και να τα φυλάξουμε στα σπίτια μας μην τα χάσουμε. Θα δούμε στην εφημερίδα άμα γίνει η κλήρωση αν κέρδισαν ή όχι»

Ο Μαστραντώνης έβγαλε το λαχείο και ο Γρ. Κωσταντέλιας έγραψε στο τεφτεράκι του και τους δύο αριθμούς.

Πέρασαν οι μέρες, έγινε η κλήρωση και οι δύο φίλοι έπιναν τον καφέ τους στο ίδιο καφενείο του Βράκα. Ήταν βράδυ κι είχαν ανάψει τα φώτα. Κάποια στιγμή, κάπως αδιάφορα ο Γρ. Κωσταντέλιας έπιασε από το διπλανό τραπέζι την εφημερίδα που είχε το καφενείο για τους πελάτες. Ήταν το «ΦΩΣ» που έβγαζε στη Μυτιλήνη ο Αθ. Γκράβαλης. Έριξε μια ματιά και πάλι κάπως αδιάφορα είπε «Έγινε η κλήρωση, να κι οι αριθμοί. Για να δούμε και τα δικά μας τα λαχεία. Όχι πως περιμένουμε να κερδίσουμε αλλά να μην πούμε μετά γιατί δεν τα είδαμε. Εμείς αν είχαμε τύχη θάμασταν τώρα στην πατρίδα μας ή σε κάποια πόλη».

Κι ενώ μιλούσε έβγαλε το τεφτεράκι του, το άνοιξε κι άρχισε να ψάχνει την εφημερίδα. Κάποια στιγμή έγειρε προς τα πίσω κι άρχισε να μιλά παραληρώντας.

«Παιδιά......Μαστραντώνη.......για δέστε εδώ.... για δέστε... για δέστε ο Μαστραντώνης κέρδισε τον πρώτο αριθμό... εκατό χιλιάδες....Κοιτάξτε ρε παιδιά.

Έτρεξαν μερικοί απ τα διπλανά τραπέζια κοίταξαν  την εφημερίδα και το τεφτεράκι του Γρ. Κωσταντέλιας και βεβαίωσαν όλοι ότι πράγματι ο αριθμός που ήταν γραμμένος στο τεφτεράκι ήταν αυτός που έγραφε η εφημερίδα πως κέρδισε τον πρώτο αριθμό.

Ο Μαστραντώνης ατάραχος ,ανέκφραστος, λες κι επρόκειτο για άλλον δεν έβγαλε λέξη. Όταν πια συνήλθε ο Γρ. Κωσταντέλιας είπε με έντονο ύφος και με κάποια αγωνία « Μαστραντώνης που είναι το λαχείο; Πού το έχεις;» «Στο μαγαζί στο συρτάρι» απάντησε εκείνος. « Έ τι κάθεσαι; Τρέξε φέρτο να δούμε αν είναι αλήθεια» είπε επιτακτικά ο Γρ. Κωσταντέλιας. Ο Μαστραντώνης σηκώθηκε αργά και επιβλητικά κι έφυγε για το μαγαζί του, ενώ όλοι στο καφενείο σχολίαζαν το μεγάλο αυτό γεγονός. Σε λίγο γύρισε ο Μαστραντώνης κρατώντας το λαχείο. Το παρέλαβαν με την εφημερίδα κι είδαν πράγματι ότι ήταν ο ίδιος αριθμός που κέρδισε το πρώτο λαχνό. Οπότε ο Γρ. Κωσταντέλιας διέταξε τον καφετζή. «Πάρε σαλάμια, παστουρμά, μορταντέλα, τυριά και φτιάξε μεζέδες και φέρε μας καραφάκια ούζο και βάλε το γραμμόφωνο να παίζει. Κι άρχισε το γλέντι κι οι χαρές. Κι αφού ήπιαν κι έφαγαν για καλά ο Γρ. Κωσταντέλιας είπε πάλι «Τι καθόμαστε, πάμε στη Μυτιλήνη να συνεχίσουμε το γλέντι μας στη ΦΕΜΙΝΑ και το πρωί που θα φέρει το βαπόρι στην τράπεζα τον επίσημο κατάλογο θα εισπράξει ο Μαστραντώνης τα λεφτά και γυρίζουμε. Έτσι Μαστραντώνη;»

Ο Μαστραντώνης συμφώνησε. Έστειλαν κάποιον να φωνάξει τον Μήτσο Αγγελή που είχε το πιο καινούργιο αυτοκίνητο κι επειδή δεν είχαν μετρητά για τη συνέχεια του γλεντιού στη ΦΕΜΙΝΑ έστειλαν και κάποιον άλλον στον Π. Μοσχόβη και του ζήτησαν να δώσει ένα πεντακοσάρικο για λογαριασμό του Μ. που κέρδισε τον πρώτο αριθμό του λαχείου.

Αφού τακτοποιήθησαν όλα μπήκαν πέντε άτομα στο αυτοκίνητο κι έφυγαν για τη Μυτιλήνη. Δεν θυμούμε ποιοί ήταν οι άλλοι τρείς της παρέας.

Πήγαν στη ΦΕΜΙΝΑ όπου ο Γρ.Κωσταντέλιας ήταν πολύ γνωστός γιατί έπαιζε στην ορχήστρα του κέντρου ορισμένες ημέρες της εβδομάδος, ήπιαν και κει, έφαγαν, τραγούδησαν, έκαναν παρέα με τις σερβιτόρες που είχε το μαγαζί, ώσπου ξημέρωσε. Πλήρωσαν και έφυγαν για το καφενείο του Γιαμουγιάννη στη προκυμαία. Εκεί ήπιαν καφέδες για να συνέλθουν απ το μεθύση και το ξενύχτη. Θα περίμεναν ως τις 10 η ώρα που θα ερχόταν το ΑΡΝΤΕΝΑ  (το πλοίο της γραμμής) να φέρει στην τράπεζα τον κατάλογο.

Κατά τις 9:30 ένας μικρός έφερε στο καφενείο τις τοπικές εφημερίδες. Ο Γρ. Κωσταντέλιας πήρε στα χέρια του το ΦΩΣ και διάβαζε. Κάποια στιγμή πέφτει πάλι πίσω στην καρέκλα και φωνάζει «Παιδιά.... παιδιά...για δέστε εδώ... για δέστε εδώ... βλέπω καλά... ή είναι απ το πιοτό» Κοιτάζουν και οι άλλοι και τι διαβάζουν!!!

Ο τίτλος ήταν « ΛΑΘΟΣ ΔΙΟΡΘΩΣΙΣ και η συνέχεια στο χθεσινό μας φύλλο εγράφει εκ παραδρομής ότι ο αριθμός τάδε κέρδισε τον Α΄Λαχνό του λαχείου του Στόλου. Πρόκειται για λάθος. Ο αριθμός αυτός δεν κέρδισε αλλά ο αριθμός τάδε είναι εκείνος που κερδίζει. Παρακαλούνται οι αναγνώστες μας να μας συγχωρέσουν.

 Πάγωσαν όλοι κι έμειναν σιωπηλοί κοιτώντας ο ένας τον άλλον. Ο Μαστραντώνης έκανε την συνηθισμένη του κίνηση, έβγαλε το πακέτο, το άνοιξε, πήρε ένα τσιγάρο, το άναψε, χωρίς να κάνει καμμιά γκριμάτσα, ατάραχος κι ανέκφραστος χωρίς να πει λέξη.

Κάποια στιγμή γύρισε προς τον Γρ.Κωσταντέλιας που καθόταν κι αυτός σιωπηλός και του είπε κάπως αυστηρά «Γρηγόρη, εσύ το έκανες αυτό;» Τι λες Μαστραντώνη πώς σκέφθηκες τέτοιο πράγμα. Εγώ να κάνω κάτι τέτοιο; Σ’ ορκίζομαι στην τιμή μου, στο βιολί μου, στο......»  Γρηγόρη ποιός το έκανε;» ξαναρώτησε ο Μαστραντώνης.

«Κανένας, κανένας Μαστραντώνη, μη σκέπτεσαι τέτοια πράγματα. Μόνο του έγινε. Αλλά μην στεναχωριέσαι, είμαστε πέντε άτομα που γλεντήσαμε. Θα λογαριάσουμε τα έξοδα όλα μέχρι δεκάρας και θα πληρώσει ο καθένας μας το ρεφενέ του. Θα τα διαιρέσουμε εις πέντε. Ε και τι έγινε; Αυτό το λάθος ήταν αφορμή να κάνουμε κι εμείς ένα καλό γλέντι. Δεν είμαστε και μεις άνθρωποι; Όλο δουλειά και στεναχώριες Άϊντε πια. Το ρίξαμε και μεις μια μέρα έξου. Ε και τι έγινε; Δεν είμαστε παντοτινοί όλα εδώ θα μείνουν.......» Είπε κι άλλα ο Γρ. Κ. ώσπου ο Μαστραντώνης σηκώθηκε και είπε «Πάμε».

Γύρισαν στο χωριό σαν βρεγμένες γάτες. Σιγά –σιγά ξεχάστηκε κι αυτή η περιπέτεια.

Τώρα τι είχε συμβεί; Ο Γρ.Κωσταντέλιας στη ΦΕΜΙΝΑ που έπαιζε γνωρίστηκε με τον Αθ. Γράβαλη ιδιοκτήτη- διευθυντή της εφημερίδας ΦΩΣ. Πρόσφυγας κι αυτός απ το Αϊβαλί, μεγάλος πότης και γλετζές. Μάλιστα το θυμάμαι που ήρθε μια χρονιά σε προεκλογική περίοδο μαζί με τους υποψηφίους βουλευτές του κόμματος του Γεωργίου Κονδύλη. Ήταν κι αυτός υποψήφιος στον συνδυασμό Λέσβου. Είχαν καθίσει όλοι στο Χαζνέ στη Πέρα- Βρύση, μπροστά σ ένα τραπέζι γεμάτο ποτήρια ούζου και μεζέδες κι ένας- ένας έβγαζαν λόγο ενώ οι υπόλοιποι έπιναν. Όταν μίλησε ο Αθ. Γκράβαλης με μια φωνή βραχνή ενώ ήταν τύφλα στο μεθύσι, τελειώνοντας είπε: « Εμένα Να κι αν με ψηφίσετε, Να κι αν δεν με ψηφίσετε» Και ανεβοκατέβασε τη δεξιά του παλάμη ανάμεσα στα σκέλια του.

Μ’ αυτόν λοιπόν τα κανόνισε ο Γρ.Κωσταντέλιας κι έφτιαξαν αυτή τη φάρσα.

Τώρα πια που όλοι τους έφυγαν απ αυτόν τον κόσμο εδώ και χρόνια και λίγοι θα ζουν απ αυτούς που τους γνώρισαν, ας γίνει τούτη η διήγηση μου αιτία γι αυτούς που τους γνώρισαν να τους θυμηθούν, για δε τους νεώτερους που δεν τους πρόφτασαν ας γίνει μια νοερή γνωριμία για να διαπιστώσουν ότι και οι παππούδες τους και πρόπαππούδες τους, αν και δεν είχαν καμμιά μόρφωση κι ήταν εντελώς αγράμματοι οι περισσότεροι, διέθεταν πνεύμα και χιούμορ. 

Saturday, 18 May 2019

Ο Μαστρανώνης - Φώτη Εμμ. Στρογγύλη


Απόσπασμα από το βιβλίο του Φώτη Εμμ. Στρογγύλη

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ ΑΣΗΜΩΝ ΑΝΔΡΩΝ


(Σκοπελιανές Ιστορίες)

Ο Μαστραντώνης ήταν ένας από τους πολλούς τσαγκαράδες του χωριού μας. Λέγω πολλούς γιατί πράγματι ήταν πολλοί. Βλέπετε εκείνα τα χρόνια (προ του 1950) στα χωριά μας δεν υπήρχαν έτοιμα παπούτσια κι οι ντόπιοι τσαγκαράδες έφτιαχναν και καινούργια για όλους μας. Έπειτα, τότε περπατούσαμε όλοι πολύ. Δρόμοι δεν υπήρχαν και μάλιστα με άσφαλτο. Εκτός από τον καροτσόδρομο του Περάματος και τον άλλον του Πλωμαρίου- Μυτιλήνης οι υπόλοιποι δρόμοι ήταν, του μεν χωριού ντουσεμέδες των δε εξοχών και του κάμπου, στενοί χωματόδρομοι και μονοπάτια. Κι αν το πρωί πηγαίναμε στα κτήματα καβάλα στο γάϊδαρο, το βράδυ γυρίζαμε με τα πόδια γιατί τον γάϊδαρο το φορτώναμε εληές ή ξύλα ή κλαδιά. Αλλά και στο γάϊδαρο καβαλίκευε ο μεγαλύτερος της οικογενείας. Οι υπόλοιποι ποδαρόδρομο.
Έτσι παλιώναμε πολλά παπούτσια. Κι οι τσαγκαράδες κάθε τόσο τα περνούσαν σόλες και τακούνια και έβαζαν και καρφιά πάνω στις σόλες για να κρατήσουν περισσότερο. Τα μπάλωναν ακόμη και απ το πάνω μέρος. Γι αυτό όλοι τους είχαν πολλές δουλειές και καλό εισόδημα κι ήταν από τις ευπορότερες τάξεις του χωριού. Όλοι τους καλοί νοικοκυραίοι. Ας είναι. Ήταν λοιπόν ο Μαστραντώνης ένας από τους τσαγκαράδες του χωριού. Κατάγετο από την Σμύρνη κι είχε έλθει πρόσφυγας με την οικογένεια του.
Μετρίου αναστήματος, με λεπτό αλλά γεροδεμένο σώμα, δεν είχε τίποτε το εντυπωσιακό. Το πρόσωπο του κοκαλιάρικο με κάπως μεγάλη μύτη κοκαλιάρικη κι αυτή, συμμετρική όμως, ευθεία. Το μουστάκι του, πυρόξανθο και παχύ, εξείχε απ τις άκρες του προσώπου του και κατέληγε στριφτό λεβέντικο. Ο Μαστραντώνης όμως είχε άλλες χάρες και ξεχώριζε απ τους άλλους συγχωριανούς μας. Πρώτα- πρώτα μιλούσε σμυρναίϊκα. Δηλαδή δεν έτρωγε, σαν εμάς, τα φωνήεντα. Εκτός όμως απ’ αυτό είχε μεγάλη ευφράδεια. Μιλούσε με ωραίο και σωστό συντακτικό (που θα το ζήλευαν πολλοί σημερινοί άνθρωποι των γραμμάτων) χωρίς ααα και ουουου ή διαλείμματα ή κενά μικρής ή μεγάλης διάρκειας. Κι η φωνή του ζεστή κι αρμονική, πρόσφερε σ’όποιον τον άκουγε μια ξεχωριστή απόλαυση. Όταν διηγιόταν κάποια γεγονότα που έλεγε πως τα έζησε ο ίδιος, όλοι έτρεχαν να τον ακούσουν. Τις περισσότερες φορές τα λόγια του ήταν σκωπτικά. Δεν κατηγορούσε κανέναν αλλά τον έλεγχε με χιούμορ και με ειρωνεία. Ποτέ δεν γελούσε. Δεν τον είχα δει ποτέ να γελάει. Τελείωνε την ομιλία του ή το κωμικό μέρος αυτής ανέκφραστος ενώ οι άλλοι ξεσπούσαν σε γέλια κι επιδοκιμασίες.
Την ώρα που εργαζόταν φορούσε ρούχα παλιά και μια τραγιάσκα στο κεφάλι. Το βράδυ όμως όταν έκλεινε το μαγαζί του και πήγαινε στο καφενείο έβαζε επίσημο κουστούμι, κι αν ήταν χειμώνας έριχνε στις πλάτες του ένα παλτό χοντρό και φορούσε ρεμπούμπλικο. Πολύ κομψός και επίσημος.
Το χόμπυ του ή μάλλον το πάθος του ήταν το τάβλι. Εθεωρείτο ο καλλίτερος ταβλιαδόρος του χωριού. Έπαιζε με πολλή τέχνη, με αυτοκυριαρχία, με ψυχραιμία. Ήρεμος και ατάραχος εδέχετο τις αναποδιές του ζαριού και ούτε πανηγύριζε στην καλή ζαριά ούτε παραπονιόταν στην κακή. Κι είτε έχανε, είτε κέρδιζε την παρτίδα δεν έλεγε λέξη. Έκλεινε το τάβλι, άνοιγε το πακέτο τα τσιγάρα, άναβε ένα τσιγάρο και το κάπνιζε με πάθος. Ούτε σχόλια και ειρωνείες αν κέρδιζε, ούτε δικαιολογίες αν έχανε. Οι άλλοι όμως που παρακολουθούσαν την παρτίδα χαλούσαν τον κόσμο με τις κριτικές τους. Και δεν ήσαν λίγοι. Όποτε έπαιζε τάβλι ο Μαστραντώνης γέμιζαν οι καρέκλες γύρω του ενώ άλλοι τόσοι παρακολουθούσαν όρθιοι. Έναν τέτοιον άνθρωπο δεν μπορούσαν οι συγχωριανοί μου να μην τον εκμεταλλευτούν. Δηλαδή να τον χρησιμοποιήσουν για την ψυχαγωγία τους, όπως γινόταν και με όλους γενικώς.
Δεν υπήρχε τηλεόραση, ούτε κινηματογράφος, ούτε ραδιόφωνο. (εδώ μιλώ για την προ του 1940 περίοδο) Μονάχα όποτε ερχόταν ο Στρατηγός με τον θίασο του-τότε υπήρχε θέατρο τον χειμώνα στα χωριά μας.
Γι αυτό πείραζε ο ένας τον άλλον, κάνανε φάρσες μεταξύ τους και προκαλούσαν κωμικά επεισόδια για να σπάει η ρουτίνα κι η μονοτονία της ζωής του χωριού. Όσο δε ποιό πικάντικη ήταν η φάρσα τόσο και ποιο διασκεδαστική θα ήταν κι η αντίδραση. Φυσικά αυτά γι αυτούς που τα σήκωναν και τα δεχόταν και είχαν και οικειότητα μεταξύ των, γιατί αλλιώς θα γινόταν το αντίθετο. Καυγάδες, δικαστήρια κι άλλα πολλά.
Τον Μαστραντώνης λοιπόν προσπαθούσαν οι πολύ φίλοι του να τον προκαλούν με αθώο αλλά πονηρό τρόπο για να τον κάνουν να αντιδρά με τον γνωστό του σκωπτικό και σατυρικό λόγο.
Θα αναφέρω τρεις τέτοιες περιπτώσεις που κι είναι διασκεδαστικές και έχουν αρκετό χιούμορ. Πριν όμως απ αυτές να ιστορίσω και μια δική μου εμπειρία που με έκανε να γνωρίσω από κοντά τον Μαστραντώνη και να σχηματίσω την γνώμη μου γι αυτόν.

Είχε τελειώσει πριν λίγους μήνες ο πόλεμος αλλά οι συνέπειες του ακόμη δεν είχαν επουλωθεί. Άλλωστε αυτό κράτησε χρόνια.
Έτσι για να πάμε στη Μυτιλήνη έπρεπε να κατεβούμε με τα πόδια στο Πέραμα, να περάσουμε στη Κουντουριδιά με τη βάρκα ή στο Ακόθ αν ο καιρός ήταν καλός. Οι βάρκες ήταν τότε μικρές και πήγαιναν μόνο με το πανί. Τα αυτοκίνητα είχαν πάει στην Αλβανία και δεν ξαναγύρισαν.
Υπήρχε όμως μια περίπτωση να πάει κανείς στην Μυτιλήνη ξεκούραστα και ανέξοδα. Ερχόταν τότε στα χωριά αυτοκίνητα φορτηγά των άγγλων που φέρναν τρόφιμα για διανομή. Κι υπήρχε εντολή να παίρνουν μέχρι 4 άτομα δωρεάν για τη Μυτιλήνη. Μαθαίναμε λοιπόν απ’ το γραφείο της κοινότητας πότε θα έρθουν τέτοια αυτοκίνητα και προγραμματίζαμε το ταξίδι. Γιατί τότε ήταν ταξίδι να πας το πρωί στη Μυτιλήνη και να γυρίσεις το απόγευμα. Όσοι σε έβλεπαν όταν γύριζες σου ’λέγαν
«καλώς –όρισες». Είχα μάθει κάποιο βράδυ ότι την άλλη μέρα θα πήγαιναν στα χωριά του Πλωμαρίου απ’ αυτά τα αυτοκίνητα και πρωί- πρωί κατέβηκα στο
Παπάδο για να προσπαθήσω να πάγω στη Μυτιλήνη μ’ αυτά. Εκεί είδα μπροστά στο Σπλέντιτ γύρω στα 20 άτομα να περιμένουν. Μερικοί απ αυτούς μάλιστα είχαν και πολλά πράγματα μαζί τους. Δοχεία λάδι, μπόγους κ.λπ.
Πράγματι πέρασαν αυτοκίνητα αλλά μόνον δύο. Τότε σκέφθηκα πως θα γινόταν ανταγωνισμός ποιός θα προλάβει και θα πρωτοαναιβεί σ αυτά. Είδα μέσα σ αυτούς που περίμεναν και τον Μαστραντώνη. Τον φωνάζω μακριά απ’ τους άλλους και του λέγω «είναι αμφίβολο αν θα προλάβουμε να είμαστε μέσα στους 8 τυχερούς γι αυτό προτείνω να πάμε στο Ντουραχάνι κρυφά απ τους άλλους να σταματήσουμε εκεί τα αυτοκίνητα να μας πάρουν». Το βρήκε σωστό και έξυπνο και λίγο πονηρά ξεκινήσαμε για το Ντουραχάνι, δήθεν πως κάνουμε βόλτες.
Άμα φθάσαμε εκεί σκεφθήκαμε πως θα ναι καλλίτερα να πάμε προς το γεφύρι στο δρόμο του Σκοπέλου. Πράγματι πήγαμε και καθίσαμε εκεί και περιμέναμε.
Στο διάστημα αυτό μούλεγε διάφορες ιστορίες απ τη ζωή του. Μετά μια περίπου ώρα γύριζαν άδεια τα δύο αυτοκίνητα. Τους κάναμε σινιάλο με τα χέρια και φωνάζαμε να σταθούν αλλ’ αυτοί είχαν πατήσει γκάζι νανεβούν την ανηφορίτσα του γεφυριού και πέρασαν γρήγορα από μπροστά μας χωρίς να σταματήσουν. Τρέξαμε λίγο από πίσω μέχρι το εργοστάσιο αλλά δεν έγινε τίποτε. Δεν σταμάτησαν. Τότε αποφασίσαμε να πάμε στη Μυτιλήνη μέσω Περάματος περπατώντας. Ξεκινήσαμε και σ’ όλο το δρόμο μου διηγιόταν περιπέτειες της ζωής του.
Ήταν μου’πε αντάρτης στο Τσάκιτζη, αντάρτης με τον Παύλο Μελά στη Μακεδονία, πήγε στην Αμερική για μερικά χρόνια και εκεί είδε τους γαϊδάρους να τους έχουν στα μουσεία (!) Μου είπε ότι γνώρισε τον Θεόφιλο Καΐρη που ήταν όπως μου είπε ένα καλογεράκι πολύ μορφωμένο, αλλά τα έφτιαξε με μια γυναίκα και τον τιμώρησαν οι δεσποτάδες και τον έριξαν σ ένα λάκκο με ασβέστη και εκεί τον σκέπασαν.
Κι άλλα που έδειχναν ότι δεν ήταν μορφωμένος και όσα ήξερε εκτός απ αυτά που έζησε τα είχε ακούσει απ άλλους, οι οποίοι τα διαστρέβλωναν. Μπορεί κι ο ίδιος να τα ανακάτευε μες το μυαλό του. Όμως το σημαντικό είναι αυτό που μου είπε για τον εαυτό του και που έχει αξία σαν ατομικό του γεγονός και σαν ένα διαιωνιζόμενο πρόβλημα του ανθρώπου.
Όταν του ζήτησα να με συγχωρέσει για την πολλή μου «εξυπνάδα» που τον παρέσυρε και κείνον και καταλήξαμε να πάμε με τα πόδια στη Μυτιλήνη μου είπε «Μη στεναχωριέσαι η σκέψη σου ήταν σωστή, αλλά να ξέρεις πως στη ζωή δεν στέφονται με επιτυχία ούτε οι καλές ούτε οι λογικές σκέψεις και προθέσεις. Πολλές φορές ενάντια στη λογική, επιτυγχάνουν οι κουτές και οι παράλογες.
Και να τι έπαθα εγώ όταν ενήργησα με τη λογική.
Ήμουν στο Γ΄ Σώμα του στρατηγού Ν. Τρικούπη όταν έσπασε τον Αύγουστο του’22 το μέτωπο στη Μ. Ασία. Μας έπιασαν οι τούρκοι αιχμάλωτους και μας είχαν σε ένα στρατόπεδο έξω απ το Αϊδίνι.
Ένα μεσημέρι, αφού πήραμε το συσσίτιο, ο τσαούσης μας είπε: Όσοι από σας είναι μικρασιάτες κι έχετε μάθει για τις οικογένειες σας που έφυγαν στην Ελλάδα πού βρίσκονται να έλθετε στο γραφείο αφού φάτε, να το δηλώσετε. Εγώ αφού έφαγα, πήγα κάτω από ένα δενδράκι, έβγαλα το δίκοχο, το έβαλα πλάϊ μου κι άρχισα να σκέπτομαι. Ο τσαούσης μας ρώτησε αν ξέρουμε πού πήγαν οι οικογένειες μας. Γιατί ρωτάει; Αυτός είναι τούρκος, είναι εχθρός μας, δεν θέλει το καλό μας. Μήπως θέλει να μάθει αν έχουμε κάποιον σύνδεσμο και μας φέρνει ειδήσεις ή μήπως ψάχνουν για κατασκόπους και κάτι τέτοια. Δεν πρέπει να πάγω να πω τίποτα, αν και είχα μάθει από κάποιους νέους αιχμαλώτους που φέραν απ’ τη Σμύρνη, πως οι δικοί μου φύγαν μ ένα καΐκι για τη Μυτιλήνη. Δεν πήγα λοιπόν να δηλώσω τίποτε.
Είδα κάτι άλλα παιδιά που πήγαν και δήλωσαν. Το πρωί μετά το ρόφημα βγήκε ο τσαούσης και είπε «όσοι από σας δήλωσαν χθες πως ξέρουν πού πήγαν οι οικογένειες τους να έρθουν εδώ μπροστά.» Βγήκαν πράγματι αρκετοί. Τους είδα και τους λυπήθηκα. Πάνε, σκέφθηκα, χαμένοι. Τι ξύλο που θα φάνε για να μαρτυρήσουν το από πού έμαθαν κ.λ.π.
Όμως ο τσαούσης, τους είπε. «Πηγαίνετε ετοιμάστε τα πράγματα σας γιατί σε μια ώρα θα φύγετε για τη Σμύρνη απ’ όπου θα σας στείλουν στις οικογένειες σας»
Έτσι αυτοί έφυγαν και εμάς μας μετέφεραν στην Αλεξανδρέτα κοντά στη Συρία σε άλλο στρατόπεδο όπου μείναμε δύο περίπου χρόνια και ανταλλαγήκαμε μετά την συνθήκη της Λωζάνης, το 1924.
Γι αυτό μην στεναχωριέσαι. Το σημερινό μας πάθημα ήταν πολύ μικρό μπροστά σε κείνο.
Η συνέχεια στο επόμενο φύλλο...

Sunday, 25 March 2018

Στρατής Αξιώτης


Στρατής Αξιώτης
Μια μεγάλη καλλιτεχνική μορφή της Γέρας

Γεννήθηκε στο Σκόπελο της Λέσβου το 1907. Στο χωριό με την ατελείωτη φύτρα ζωγράφων. Νεαρός ακόμα ζωγράφιζε εικόνες και είχε ένα μικρό ατελιέ στο χωριό του (1925). Βοήθησε τον ζωγράφο Γαβαλά και αρκετές αγιογραφίες έχουν τις πινελιές του. Μαθήτευσε κοντά στον Παπαλουκά όταν αυτός επισκέφθηκε και έμεινε στη Λέσβο για κάποιο χρονικό διάστημα. Το 1928 έχει μικρό ατελιέ στη Μυτιλήνη όπου φτιάχνει αγιογραφίες. Είναι το μικρότερο από τα 6 παιδιά. Το 1929 με τη βοήθεια της Κοινότητας του χωριού του αποφασίζει να κατέβει στην Αθήνα όπου και γράφεται στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Κοντά σε δασκάλους όπως ο Ου. Αργυρός, ο Σπύρος Βικάτος και ο συμπατριώτης τους Ιακωβίδης ολοκληρώνει τις σπουδές του κερδίζοντας με το ταλέντο του ένα χρόνο (από επτά, έξη χρόνια). Διδάσκεται από τον Κεφαληνό χαρακτική και αποφοιτά το 1935. Αρχίζει μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από το μουντό χρώμα του λιμανιού του Πειραιά. Αριστουργήματα σε λάδι βρίσκονται σε όλα τα υπουργεία, στις πινακοθήκες του Δήμου Πειραιώς. Εθνική και Δημοτική Αθηναίων σε μεγάλες ιδιωτικές συλλογές (Χωρέλης κτλ.) και σε πληθώρα σπιτιών. Συγχρόνως διδάσκει τεχνικά σε Γυμνάσια και Σχολές.
Έχει αποσπάσει γι αυτή την περίοδο κριτικές αξιόλογες (όπως του Παπαντωνίου, Μυριβήλη κ.α.) Εξπρεσιονιστής, ανήκει στην ομάδα των «Ελεύθερων καλλιτεχνών». Αυτή την εποχή το λιμάνι βρίσκει τον ζωγράφο του. Αντιπροσωπευτικό του το έργο που υπάρχει στην ιστορία του Μαρκεζίνη (από την πινακοθήκη του Δήμου Πειραιά).
Συγχρόνως επιδίδεται στην ακουαρέλα, πολύ αγαπητή του τεχνική που τη δουλεύει ως τώρα ακόμη στα 78 του χρόνια.
Μετά τον πόλεμο, 40 πια χρονών έρχεται και εγκαθίσταται στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Παντρεύεται εδώ και αρχίζει να ασχολείται με το Λεσβιακό Φως που όπως συνηθίζει να λέει είναι εκτυφλωτικό, διάχυτο και εξαϋλώνει τα αντικείμενα. Αρχίζει η δεύτερη περίοδος. Το χρώμα τώρα παίζει με το φως. Φτιάχνει την εληά, το καλντερίμι, την ψαρόβαρκα, το πεύκο. Είναι παραγωγικότατος. Προβάλλει το νησί παντού με τα έργα του: η Αγιάσσος, οι Πύργοι, στο Ακλειδιού, ψαρολίμανα, φουρτουνιασμένες ακρογιαλιές του νησιού, τα ξωκλήσια, παίζουν στα έργα του με την ελεύθερη πινελιά και δίνουν σύνολα αισθητικής τελειότητας. Στη Μυτιλήνη διδάσκει στη Παιδαγωγική Ακαδημία και στο Β’ Γυμνάσιο. Πάρα πολλές εκκλησίες έχουν τις αγιογραφίες του (Αγ. Μαγδαληνή Σκοπέλου, Αγ. Παντελεήμων Περάματος κ.α.) Συνολικά έχει εκθέσει σαράντα επτά φορές. Από αυτές αρκετές είναι ατομικές από τις οποίες οι 9 στη Μυτιλήνη. Έξη από αυτές είναι διεθνείς (Λειψία 1934, Κάϊρο και Στοκλόλμη 1947, Πράγα). Στις πανελλήνιες εκθέσεις έργα του μπαίνουν χωρίς κριτική τιμής εννοούν. Στη χαρακτική έδωσε χαρακτηριστικά έργα με θέματα από τη θάλασσα (ψαράδες).
Δεξιοτέχνης στη φουρτουνιασμένη θάλασσα καθιερώνεται σαν «θαλασσογράφος». Σ’αυτό το νησί που τόσο αγάπησε και τόσο μελέτησε ζωγράφιζε ακόμη και γι αυτό απαρνήθηκε κάποτε και τη θέση του Καθηγητή στο Πολυτεχνείο όταν τον κάλεσαν να την αναλάβει.

Μάκης Αξιώτης
Μυτιλήνη 10/10/86

Wednesday, 21 March 2018

Γιώργος Πέρρος


ΠΕΡΡΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
Σκόπελο Λέσβου 1948-6/3/2011. Παρακολούθησε μαθήματα στην ΑΣΚΤ και συνέχισε με ελεύθερες σπουδές. Στα θέματά του τοπιογραφίες και νεκρές φύσεις ακολουθεί ρεαλιστικό λεξιλόγιο και αποδίδει τα τοπία ποιητικά. Έχει πραγματοποιήσει πολλές ατομικές εκθέσεις στη Μυτιλήνη, 1978, 1979, 1981, 1983, 1985, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη 1982, 1988, στο Παρίσι 1988, στο Λονδίνο 1989, Ελσίνκι 2002, και πήρε μέρος σε ομαδικές εκθέσεις (Παρίσι 1987, 1988,1989, 1990, 1991). Έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη Αθηνών, στην Π.Δ. Μυτιλήνης, στο Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Α.Π.Θ., στην Αγροτική Τράπεζα κ.αλ. Είναι μέλος του ΕΕΓΕ.

Βίντεο με τον ζωγράφο Γιώργο Πέρρο 
https://vimeo.com/43151603


ΤΟΥ ΚΟΥΣΤΕΛ(Ι) ΤΟΥ ΤΣΙΡΑΚΕΛ(Ι)

ΤΟΥ ΚΟΥΣΤΕΛ(Ι) ΤΟΥ ΤΣΙΡΑΚΕΛ(Ι)
Στέλιος Ευαγγελινός

Του Κουστέλ(ι) ανάβγ(ι) τσιγάρου
απί τ' Ρίζου του τσακμάκ
είνι άκακου αρνίου
τσ' ας τουν θιουρούν αχμάκ.

'Σ τ' ζέστ' αυτός φόργι πατατούκα
τσί'ς του χιών(ι) γιο φανιλάκ(ι)
είχι πάντα θκιά τ' παντιγιέρα
τσι'ς τ'γκαρεγιά πουτέ φαρμάκ(ι)

Τώρα τιλιφταία πγιάσι
καφιδέλ(ι) τσι τσιγαρέλ(ι)
τσ' ήθιλι να τουν φουνάζουν
του κουστέλ(ι) του τσιρακέλ

Κάπουτι ήνταν σνα τ' λίτρα
τώρα γίν(ι)τει σκιλιτός
τουν ιλ(ι)πούμ' μα τουν Δία
σ' ούλ(ι) μας είν' αγαπητός

Περιοδικό Γέρα
Ιαν.1990 τεύχος 27