Wednesday, 22 January 2014

Ο Hasan Canturk

Φωτογραφία που έχει αντληθεί από το FB του Τούρκου Hasan Canturk με την ένδειξη
Skopelos (uskoplu) Yere. Η φωτογραφία δείχνει τον παππού του και τα παιδιά του μπροστά στο σπίτι τους
στο Σκόπελο, φωτογραφημένος λίγο πριν την ανταλλαγή πληθυσμών το 1924
Ο πατέρας του Hasan Canturk, o Salih Canturk είναι ο μικρός με το φέσι
(Από το http://ieragera.blogspot.gr επιμέλεια: Στρατής Γιαννίκος)

Thursday, 16 January 2014

ΣΚΟΠΕΛΟΣ


ΣΚΟΠΕΛΟΣ
Εκεί σκαρφαλωμένος, επάνω στους πρόποδες του Περιστεριού (671 μ.), αντικρίζει πρώτος τον ήλιο όταν ξεπροβάλλει πίσω από το βουνό της Αμαλής. Στα πόδια του ο κάμπος της Γέρας και η στενή, γαλάζια, λουρίδα του κόλπου. Τον διασχίζει ένας ποταμός. Τον κόβει στα δύο. Τώρα έχει καλυφθεί από τον κύριο δρόμο που φέρνει στο χωριό. Είναι ο ίδιος ο ποταμός που περνά από την Δρόμα και τις Κάργιες στον κάμπο. Είναι η αλυσίδα που δένει το χωριό μ' αυτές τις δύο περιοχές που ανήκουν στο «μέρα» του. Παλιά αυτός ο ποταμός χώριζε πραγματι­κά τον Σκόπελο στα δύο. Δεξιά του βρισκόταν οι δύο τεράστιοι πλάτανοι που σκεπάζουν την «πάνω» αγορά και που ακόμα υπάρχουν εκεί αγέρωχοι. Εκεί υπήρχε το γεφύρι που ένωνε τις δύο όχθες. Είχε προστατευτικό κάγκελο και στη γωνία υπήρχε σκάλα που οδηγούσε σ' ένα καφε­νείο που κρεμότανε με τζαμωτό σαχνισίνι πάνω από τον ποταμό (τώρα φούρνος του Μπουγλάνη). Στην ίδια σειρά υπήρχαν κάτι μαγαζάκια και εκεί δίπλα  όπως και τώρα. Αυτή είναι μια κτιστή στέρνα, πολυγωνική, με τέσσερις  βρύσες.

Δύο μεγάλες και δύο μικρές. Η επένδυση είναι από πλάκες τεφροκύανου μαρμάρου. Φέρει ανάγλυφο το Χριστιανικό κυπαρίσσι και τον σταυρό. Η κτητορική επιγραφή αναφέρει το 1843. Μέσα λοιπόν στην Τουρκοκρατία, μια νύχτα, καθώς λένε οι παλιοί, την έστησαν εκεί αφού είχαν φτιάξει αλλού τις πλάκες και ήταν έτοιμες. Επάνω στην επίπεδη οροφή της τώρα έχει τραπεζάκια το καφενείο. Παλαιότερα φιλοξενούσε την χειροκίνητη πυροσβεστική τουλούμπα του χωριού. Οι πηγές της έρχονται από ψηλά και περνούν κάτω από την εκκλησία. Σε υψηλό­τερο επίπεδο βρίσκεται ο άλλος πλάτανος. Εκεί πάνω σε κάτι καναπέδες την αράζανε οι μερακλήδες. Επάνω σ' αυτόν τον πλάτανο κρεμότανε μια μεγάλη «φανάρα» που φώτιζε το μέρος τη νύχτα. (Τώρα εκεί βρίσκεται η αυλή του εξοχικού της παλιάς κοινότητας). Εκεί που τώρα υπάρχει η σκάλα ένα ανηφορικό λιθόστρωτο περνούσε από τα άλλα καφενεία που στέκουν ακόμα εκεί και μετά περνούσε έξω από την Αη-Γιώργη. Μεγάλη εκκλησιά. Κτίσθηκε το 1905. Έξω από την δυτική αυλόπορτα φέρει πλάκα που γράφει 1 Μαρτίου 1905, ενώ η ίδια χρονολογία υπάρχει και πάνω από την βορινή αυλόπορτα. Είναι τρικλιτη βασιλική σταυροειδούς τύπου. Μέσα σ' αυτήν, εκτός των άλλων, βρίσκονται και εικόνες του αγιογράφου Ευστρατιάδη στην οροφή του μεσαίου κλίτους. Ιδιαί­τερη μεγαλοπρέπεια του προσδίδουν τα δύο κωδωνοστάσια στην πρόσοψη. Ο ναός φέρει την ημερομηνία αυτή αλλά μέσα υπάρχουν πολύ προγενέστερα αντικείμενα (μανουάλια του 1795,, ευαγγέλια και άλλα βιβλία του 1777 και 1802). Σίγουρα εδώ θα υπήρχε μικρότερος ναός από πολύ παλιά. Εφημέριοι του ναού αναφέρονται από το 1902. Είναι μια από τις μεγαλύτερες εκκλησίες του νησιού (24 Χ 12 Χ 11 μέτρα). Το καλντερίμι οδηγούσε (τώρα μπετόν) στην άλλη μεγάλη εκκλησία της Αγίας Μαγδαληνής. Εδώ κάτω από τα μεγάλα πυκνόφυλα πλατάνια γίνεται το μεγάλο πανηγύρι που μαζεύει κόσμο από όλο το νησί. Όλη τη νύχτα χορεύουν τον «μπαλό» στα καφενεία. Με την αύριο (23 Ιουλίου) γίνεται το «σώσε». Οι Σκοπελιανοί αφήνουν το χωριό τους και «συνοπαίρνουν» στον κάμπο μετά από αυτό το πανηγύρι. Παλτά έμενε μόνο ο «πασβάντης» (πληρωμένος από τον κοινότητα φύλακας) να το φυλάει. Αρκετοί παραθέριζαν στο βουνό (Καριώνας, Καλά-περιβόλια). Μέσα στην αυλή υπάρχει το πηγάδι με το άγιασμα. Και οι καινούργιοι ξενώνες. Κάτω από την εκκλησία και την αυλή βρίσκονται υπόγειες στοές, τα λαγούμια. Πριν από αρκετά χρόνια άνοιξαν αυτά τα λαγούμια ψάχνοντας για την «θαυματουργή» εικόνα της Αγίας. Έτσι καθιερώθηκαν και αυτά σαν τόπος λατρείας. Σκαμμένα μέσα στο μαλακό βράχο (λίγδο) έχουν τοποθετημένα καντήλια και εικόνες κατά διαστήματα. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι κατά την ανασκαφή βγήκαν στην επιφάνεια λιθόπλινθοι και αρχιτεκτονικά μέλη με ανά­γλυφους σταυρούς, κομμάτια από την παλιά ιστορία του χωριού. Η κάθοδος στις στοές γίνεται από τη νότια πλευρά της αυλής και σκεπάζεται με ένα μικρό παρεκκλήσι, που επάνω από την πόρτα είναι εντοιχισμένη πλάκα από τεφρό μάρμαρο που φέρει ανάγλυφο τον δικέφαλο αετό και την κορώνα. Στις τέσσερις γωνίες υπάρχουν γράμματα. Στην αριστερή κάτω γωνία γράφει (1)796 (ή 1746). Η πλάκα είναι κομμένη λοξά. Στην δεξιά κάτω γωνία διαβάζουμε ΙΑΝου (το ου βυζαντινό) δηλαδή Ιανουάριος του 1796. Τέλος άνω αριστερά ξεχωρίζει η λέξη (ΓΕ)ΟΡΓΙΟΣ. Μία πλάκα λοιπόν από παλαιότερο ναό, ίσως του Αη-Γιώργη. Η Αγία Μαγδαληνή κτίσθηκε το 1925. Έχει αγιογραφίες του Στρατή Αξιώτη.
Θα ξαναγυρίσουμε στα πλατάνια της πλατείας. Εδώ τώρα έχουμε  το παλιό κοινο­τικό μέγαρο με το θέατρο, ένα καφενείο και την βιβλιοθήκη του Μίλτου Κουντουρά. Εκεί μπροστά στέκει η προτομή του μεγάλου δασκά­λου και κοιτάζει αμίλητη το χωριό με τα πλατάνια που τόσο αγάπησε. Στην πλατεία, πριν από πολλά χρόνια, γκρέμισαν ένα παλιό καφενέ που τους τοίχους του τους είχε διακοσμήσει ο Θεόφιλος ο τσολιάς. Αυτό συναγωνιζόταν τα άλλα με την μουσική που έφερνε στο πανηγύρι. -Όταν περνούσες το γεφυράκι, εκεί δεξιά επάνω από τον ποταμό κρεμότανε ακόμα ένα καφενείο με το σαχνισίνι του. Τώρα ανηφορίζεις το λιθόστρωτο προς την άλλη αγορά. Και εδώ υπάρχουν μαγαζάκια και  καφενεία. Αυτή η αγορά σκεπαζόταν με αναρριχητικά έτσι που δεν έφθαναν στο καλντερίμι οι ακτίνες του ήλιου. Εκεί δεξιά, καθώς κατεβαίνεις, υψωνόταν ο μιναρές τον οποίο και γκρεμίσανε σαν επικίνδυνο. Εδώ, πλάι στο καφενείο του Καλάργαλη υπήρχε η σιδερένια πόρτα της αυλής του τζαμιού. Ήταν ένα ωραίο, καθώς λένε, τέμενος και καταλάμβανε τον χώρο της μικρής πλατείας. Από πίσω του περνούσε ο δρόμος που οδηγούσε στο παληό ελαιοτριβείο του Μοσχόβη. Πιο κάτω ο δρόμος χωρίζεται. Το καλντερίμι συνεχίζει προς τα κάτω και οδηγεί στην παλιά είσοδο του χωριού. Από εδώ επικοινωνούσε με τον Παππάδο. Εδώ βλέπουμε ακόμα ένα μεγάλο παλιό ελαιοτριβείο. Αυτό ήταν από τα μεγαλύτερα μέσα στην Γέρα. Ανήκε στον Ιταλό πρόξενο Φιντέλε. Είχε ατμομηχα­νή και πέντε πιεστήρια (μπασκιά). Φαίνεται όμως ότι ανήκε στους Τούρκους  παλαιότερα γιατί υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με τούρκικη επιγραφή. Αναφέρει ότι κτίστηκε στα 1863( 1281).Τελευταία ανήκε στους Κουλαγύνη-Χατζηγιαννάκη. Εδώ μέσα υπάρχει μεγάλος πλάτανος. Τον καιρό που αυτό δούλευε με τον ατμό μέσα στο χωριό υπήρχαν και χειροκίνητοι ελαιόμυλοι. Αυτοί είχαν τις πέτρινες ρόδες που γύριζαν επάνω σε μια άλλη στρογγυλή πέτρα (το πιάτο) με την δύναμη ενός ζώου (συνήθως αλόγου). Το πιεστήριο που ήταν συνήθως ένα είχε ένα κοχλία που στα παλαιότερα ήταν ξύλινος και πίεζε τον οπό της ελιάς (μέσα στα τσουπιά). Τον κοχλία τον γύριζαν δύο συνήθως εργάτες. Γύρω στο 1920 δούλευαν στο χωριό τέσσερις τέτοιοι μύλοι. Ο ένας ήταν στη θέση του εργοστασίου του Μοσχόβη. Ο δεύτερος, μέσα σ' ένα στενό στην αρχή του δρόμου που οδηγεί εδώ που βρισκόμαστε τώρα. Δίπλα στο μεγάλο αυτό ελαιοτριβείο βρίσκεται τώρα ο ελαιουργικός συνεταιρισμός του χωριού(ανήκε στην οικογένεια Κόμιλη) και ο δρόμος που οδηγεί στον Μεσαγρό αφού περάσει επάνω από ένα μικρό γεφυράκι. Το γήπεδο του Σκοπέλου είναι και αυτό κάτω από το εργοστάσιο.
 Θα επιστρέψουμε τώρα πάλι στην αγορά. Αυτή ήταν η Τούρκικη αγορά (τσαρσί). Εδώ που χωρίζεται ο δρόμος μπορείς να απολαύσεις τον καφέ σου στο παλιό καφενείο του «Αβέρωφ» απέναντι από την τούρκικη βρύση που αποτελεί έργο τέχνης. Την κατασκεύασε ο Νικόλας Αξιώτης, γλύπτης στο επάγγελμα που ξενιτεύτηκε μετά στην Αμερική, Φέρει αψίδα με το μισοφέγγαρο με δύο αράβδωτες κολώνες από το ίδιο υλικό που στέφονται από ωραίο κορινθι­ακό κιονόκρανο φτιαγμένο από λευκό μάρμαρο. Από το ίδιο λευκό μάρμαρο είναι φτιαγμένη και η πλάκα που φέρει τον κρουνό και είναι στολισμένη με ανάγλυφα σχέδια, φέρει μεγάλη τουρκική επιγραφή και ένα μισοφέγγαρο στραμμένο ανάποδα. Αναφέρει 1908(1327).
Ο άλλος δρόμος από εδώ βγάζει στον Μεσαγρό. Στην αρχή του έχει κάτι μαγαζάκια και παλαιότερα υπήρχε και ο καφενές του Βράκα. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται το παλιό φαρμακείο του χωριού. Εδώ, μέσα που αποτελεί και ένα στέκι με πολλά ενδιαφέροντα έγραφε τα ποιήματα του στην ντοπιολαλιά ο φίλος μου Στέλιος Ευαγγελινός, ο φαρμακοποιός, που δεν το κρύβω ότι αυτός μου έδωσε την αφορμή να καταπιαστώ με το δύσκολο τούτο έργο. Δίπλα στο φαρμακείο, σε ένα παλιό σπίτι στεγαζόταν το αγροτικό ιατρείο που τώρα έχει μεταφερθεί στην άλλη αγορά δίπλα στον Αη-Γιώργη. Ένα δρομάκι που κατηφορίζει από εδώ,  έβγαζε στον τούρκικο λου­τρό. Ακόμα πιο πέρα, μετά από μια στροφή βρισκόταν επί τουρκοκρατίας το «καρακόλ» (αστυ­νομικός σταθμός) στο σημερινό σπίτι του Καψαλού και από κάτω η Ηλεκτρική εταιρεία του Ορφανού που έφερε το πρώτο ηλεκτρικό φως στα χωριά (μετά την απελευθέρωση).
Από εδώ και πέρα αρχίζει το «πρόβασμα». Δεξιά υπάρχει  το ονομαστό τούρκικο σχολείο το «Ρουστιέ», τώρα ανακαινισμένος ξενώνας.. Επάνω από την πόρτα του διατηρείται ακόμα η επιγραφή. Γράφει 1879(1298). Παλαιότερα εδώ ήταν εγκατεστημένη η Ελληνική Χωροφυλακή. Το «πρόβασμα» είναι σαν ένα φυσικό μπαλκόνι απ' όπου η θέα είναι ανεπανάληπτη. Παρόλο που υπάρχει ένα μικρό κεντράκι που λειτουργεί το καλοκαίρι δεν έχει αξιοποιηθεί τουριστικά. Μετά αρχίζει ο Μεσαγρός. Εμείς όμως θα γυρίσουμε πίσω, στην αγορά με τα πλατάνια και θα κατηφορίσουμε τον άσφαλτο που σκεπάζει τώρα τον ποταμό. Εκεί λοιπόν που τώρα βρίσκεται το βενζινάδικο του Αγγελή υπήρχε ο τρίτος ελαιόμυλος του Παράσχου Ανδριάνη με δύο μυλόπετρες και ένα μπασκί. Και πιο κάτω, το κτίριο που στεγάζει το ξυλουργείο του Ανδριώτη ήταν ο τέταρτος ελαιόμυλος του Καράκοντη με δυο μυλόπετρες και ένα μπασκί όπως και ο προηγούμενος. Εδώ, δίπλα στο μεγάλο σπίτι του Σουρλάγκα( με τις ωραίες οροφογραφίες) ανηφορίζει ένα σοκάκι που οδηγεί στο εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής. Τώρα βλέπεις ένα άχαρο κατασκεύασμα από μπετόν. Παλιά κατέβαινες με σκαλιά για να μπεις στην εκκλησούλα που την σκέπαζε μεγάλη καρυδιά και σε δρόσιζε μια παλιά βρύση. Δίπλα σ' αυτή την εκκλησούλα υπήρχε ένα μεγάλο κτίριο, που στέγαζε το «αρρεναγωγείο» (σχολαρχείο) που ήταν τετρατάξιο. Αυτό το σχολείο μαζί με το «παρθεναγωγείο» (βρισκό­τανε από την άλλη πλευρά του ποταμού σε σπίτι που είχε δωρίσει την κοινότητα η οικογένεια Μπερπεδούκα) ιδρύθηκαν το 1870. Το 1905 το «αρρεναγωγείο» μετονομάσθηκε επί δημογεροντίας Αλβανού «Επτατάξιος Αστική Σχολή» με την προσθήκη τριών τάξεων.
Όταν σκεπάσθηκε ο ποταμός, στην είσοδο του χωριού διαμορφώθηκε ο χώρος σε αγροκή­πιο με το ηρώον και ένα μικρό κεντράκι. Από επάνω του υπάρχει το εκκλησάκι της Παναγί­τσας. Ο Παληός δρόμος κατέβαινε πίσω από αυτό το εκκλησάκι, και περνούσε επάνω από τον ποταμό με ένα μεγάλο γεφύρι δίπλα στο ωραίο σπίτι που τώρα χρησιμεύει σαν παιδικός σταθμός. Εδώ υπάρχουν οροφογραφίες του Στρατή Γαβαλά. Εκεί πιο κάτω κτίσθηκε το 1928-1934 το σημερινό σχολείο του χωριού. Επάνω από το σχολείο ξεκινά ένας δρομάκος που βγάζει στο γήπεδο. Εδώ ορθώνεται ένας βράχος που φέρει τα σημάδια του παλιού λατομείου. Είναι το «τασλίκι» (τουρκικά λατομείο) απ' όπου έβγαζαν το ωραίο μπλε μάρμαρο με τις λευκές φλέβες. Μ' αυτό το μάρμαρο είναι στολισμένα αρκετά κτίσματα στα χωριά της Γέρας καθώς και λιθόστρωτα του Σκοπέλου.
Σχεδόν μέσα στο χωριό, στο σημείο όπου αρχίζει να καλύπτεται ο ποταμός επάνω στην απόκρημνη δεξιά του όχθη είναι κτισμένος ο Αη-Γιώργης. Η θέση λέγεται κουφό και είναι ένα μικρό εκκλησάκι στο οποίο η δυτική του πλευρά ακουμπά στον όχθο του ελαιοκτήματος. Από μέσα υπάρχει μια στενή τρύπα που προχωρά σε άγνωστο βάθος μέσα στον λόφο. Η παράδοση θέλει και εδώ την εικόνα του Αγίου κρυμμένη. Επάνω από το στόμιο έχει εντοιχιστεί ένα ορθογώνιο, τεφροκύανο μάρμαρο που φέρει πλαίσιο στην άνω και αριστερή του πλευρά (φαίνε­ται κομμένη στις άλλες δύο). Έχει ανάγλυφο σχέδιο που σχηματίζει ένα Ω (ωμέγα κεφαλαίο) και στο μέσον η μια κεραία από σταυρό. Το πιθανότερο είναι ότι πρόκειται για μια σπασμένη πλάκα παλαιοχριστιανικού θωρακίου.
Μέσα στον Σκόπελο βρίσκονται σκορπισμένα υπό μορφή εντοιχισμένων κυρίως λιθοπλίνθων αρκετά τεκμήρια από το παλαιοχριστιανικό παρελθόν. Αξιοσημείωτο είναι ένα κομμάτι από πεσσό παλαιοχριστιανικού ιερού που βρίσκεται εντοιχισμένος σ' ένα κατώφλι παλαιού μαγαζιού στο δρόμο που περνά δίπλα από το παλιό ταμείο του κινηματογράφου (στο ίδιο ύψος).
Ο Σκόπελος είναι ένα από τα παλαιότερα χωριά της περιοχής. Το όνομα του μνημονεύεται από πολύ παλιά. Σε μια επιγραφή που βρέθηκε στην περιοχή, σκαλισμένη επάνω σ' ένα κυανότεφρο μάρμαρο και που ήταν κτηματολόγιο της εποχής του Διοκλητιανού (Ρωμαϊκοί αυτοκρατορικοί χρόνοι, 300-400 μ.Χ.) διαβάζουμε: (Χω(ριον)Σκοπελος(α)μ(πελων) ιουγ(ερα)-Χ(...)ιουγ(ερα)(.)ελ(αιων)γυρ(οι)(...). Σ’ αυτή λοιπόν την τόσο σημαντική επιγραφή βλέπουμε το χωριό να υπάρχει αυτή την τόσο μακρινή εποχή. Ο Ι. Κοντής στους αρχαιολογικούς του χάρτες, στηριζόμενος σ' αυτό το κτηματολόγιο, θεωρεί βέβαια την ύπαρξη του χωριού από τους Ελληνιστικούς χρόνους (από το 480 π.Χ., ίσως όμως και από το 780 π.Χ.) που τον θεωρεί σαν «κέντρο Κώμης»16. Το πανάρχαιο αυτό χωριό αναφέρεται και από τον Σταυράκη Αναγνώστη3. Ο Σκόπελος βρίσκεται μέσα στα χωριά της Λέσβου που ανέφερε ο παλιός μητροπολιτικός κώδικας της Μυτιλήνης. Αυτόν τον αντέγραψε στο βιβλίο του και χρονολογείται από το 1567 έως το 1652. Επίσης γράφει για το χωριό των δικών του χρόνων: «16Α Σκόπελος, χωρίον, από Χριστιανών και Τούρκων κατοικούμενον, και ναόν έχον του Αγίου Γεωργίου, και οικίας περίπου τριακοσιας.  Ωνομάσθη δε δια το βραχώδες και απόκρημνον ούτως, ή ίσως δια τον παρά την θάλασσαν κείμενον υψηλό βρά-χον(;), κάτωθεν του χωρίου ή δια την αφ' υψηλού σκοπιάν αυτής Σκόπελος». Το βιβλίο γράφτηκε το 1850. Βλέπουμε λοιπόν να αναφέρεται ο παλαιότερος ναός του Αγίου Γεωργίου.
Ο Σκόπελος επί τουρκοκρατίας ήταν το κεφαλοχώρι της περιοχής. Θα αφήσουμε τον Τάξη4, το 1909 να μας τον σκιαγραφήσει: «Σκόπελος. Κείται επί ωραίας και γραφικής τοποθεσίας εις ύψος 130 μέτρων από της επιφα­νείας της θαλάσσης, χωριζόμενη εις δύο εκ του εν τω μέσω αυτής διερχομένου χειμάρρου. Απέχει του Περάματος περί την μίαν ώραν . Έχει οικογενείας περί τα 760, εξ ων αϊ 130 οθωμανικαί, μετά του καταλλήλου τεμένους και σχολείου εκ των αρίστων (Ρουστιέ) εν ω φοιτώσει και οι του Μεσαγρού προκεχωρημένοι μαθηταί. Ναόν τελευταίως το 1892 ανακαινι-σθέντα περικαλλή του Αγίου Γεωργίου, και σχολεία των αρρένων και θηλέων, ως και επιστή­μονα ιατρό. Αυτόθι εδρεύει ο ανθυποδιοικητής (Μουδίρης) της περιφερείας Γέρας και αϊ λοι-παί διοικητικοί και δικαστικοί αρχαί. Εις το ανατολικόν της κωμοπόλεως άκρον εις θέσιν Τασλίκ καλούμενη, υπάρχουσι κάλλιστα λατομεία μαρμάρου, εφ' ων υπάρχει σκοπιά εξ ης δίκην πανοράματος παρουσιάζεται, ευθύς αμέσως τω θεατή, η καλλίδενδρος και ωραία της Γέρας πεδιας, ο θαυμάσιος αυτής κόλπος και όλα τα κατέναντι μέρη της Αμαλλής. Προϊόνταπαράγει έλαιον και ικανά οπωρικά. Το αυτόθι ατμοκίνητον ελαιοτριβείον τυγχάνει εκ των αρίστων, ον το αρχαιότερον πάντων των λοιπών εν Γέρα».
Για τον Σκόπελο βρίσκουμε στοιχεία και σε επιστολή που συντάχτηκε το 190719. «Ο Σκόπελος κείται υψηλότερον των λοιπών χωρίων και είναι πρωτεύουσα του Δήμου Γέρας (Δήμαρχος ο Βάρκας). Εν αυτή εδρεύει ο Μουδίρης. Έχει περί τας 800 οικίας, άπασας λιθόκτιστους, ως 140 οθωμανικοί περί τας 4.000 πληθυσμόν. Εν τω Σκοπέλω υπάρχει ωραιότατη εκκλησία, βυζαντινού ρυθμού (;) προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου, κτισθείσα το 1892, τα δε εν αυτή έργα είναι του διασήμου ζωγράφου Ευστρατιάδου. Έχει εξάτακτον αστικήν σχολήν αρρένων μετά 210 μαθητών και τριών διδασκάλων και τετράτακτον σχολήν θηλέων με 70 μαθήτριας και δύο διδασκάλισσας. Η οθωμανική συνοικία διατηρεί σχολαρχείον έξω της κωμοπόλεως εις αυτό φοιτούν και οι εν των Μεσαγρώ Οθωμανών παίδες».
Μετά από τα στοιχεία που έχουμε στα χέρια μας μπορούμε κάπως να παρουσιάσουμε την ιστορία του Αη-Γιώργη ως εξής: Κτίσθηκε μέσα στον 18ο αιώνα. Ίσως το 1746, ίσως το 1796. Η πλάκα επάνω από την είσοδο των λαγουμιών γράφει επάνω αριστερά ΟΡΓΙΟΣ (δηλ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ). Σ' αυτό συνηγορούν και οι ημερομηνίες στα μανουάλια του σημερινού ναού. Το 1892 κτίσθηκε κατά πάσα πιθανότητα η σημερινή εκκλησία με τις αγιογραφίες του Ευστρατιάδη. Μόνο που δεν είναι βυζαντινού ρυθμού όπως τον θέλει ο επιστολογράφος. Το 1897 ανακαινίζεται (Τάξης) καθώς και το 1905. Ο πληθυσμός του χωριού το 1928,· μετά την ανταλλαγή των προσφύγων, ήταν 3723 άτομα, το 1971 2565 και το 1982 2249.
Βλέπουμε λοιπόν το κεφαλοχώρι να είναι η πρωτεύουσα του Δήμου της Γέρας επί τουρ­κοκρατίας. Τώρα υπάρχει η έδρα αγροτικού ιατρείου, ένα φαρμακείο, νηπιαγωγείο και παιδικός στα­θμός. Πριν από λίγα χρόνια μεταφέρθηκε η έδρα του αρχιερατικού επισκόπου Γέρας από τον Παππάδο στον Σκόπελο. Είναι ένα από τα ωραιότερα και πιο «ζωντανά» χωριά του νησιού. Παρόλο το τσιμέντο που έπεσε στα γραφικά του σοκάκια εξακολουθεί να διατηρεί την ομορφιά του. Αυτά τα δυο θεόρατα πλατάνια με την βρυσόμαννα ενέπνευσαν αμέτρητες φορές γνωστούς ζωγράφους να αποθανατίσουν στους πίνακες τους αυτή την όμορφη αγορά. Ανάμεσα τους ο Παπαλουκάς. Τέκνο του Σκοπέλου και ο γνωστός ζωγράφος Στρατής Αξιώτης. Ο πατέρας μου, αμέτρητες φορές είχε σαν αγαπημένο του θέμα την «επάνω βρύση».Επίσης τον Στρατή Γαβαλά Έβγαλε τον μεγάλο δά­σκαλο, τον Μίλτο Κουντουρά, που τώρα η ωραία μορφή του στολίζει με προτομή το χωριό που τον γέννησε. Έδωσε πάντοτε το παρόν στους δημοκρατικούς αγώνες. Αυτό το χωριό το χωριό του πατέρα μου το χω πάντα μέσα στην καρδιά μου.
 Κείμενο του Μάκη Αξιώτη από το βιβλίο "Στα χνάρια τα παληά - Οδοιπορικό γύρω από τον Κόλπο της Γέρας", Έκδοση του Παγγεραγωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Αθήνας, Φεβρουάριος 1987

Sunday, 12 January 2014

Απόλλων Σκοπέλου





Φωτ. Νο1 (Γήπεδο Σκοπέλου)
Από αριστερά όρθιοι:  Στρατής Γ. Γιαννίκος, Γιώργος Γρ. Γιαννίκος, Βασίλης Ψωμάς,
 Κων. Δημ. Γιαννατσής, Παναγιώτης Μοσχόβης, Παράσχος Γιαννίκος.
Κάτω αριστερά: Γιάννης Καραγεωργίου, Θεόδωρος Φωταρέλλης, Γιάννης Μπατζάκας,
Νότης Ταμβακέρας, Πάνος Ανδριώτης
[από http://ieragera.blogspot.gr/]

Φωτ. Νο2, Απόλλων Σκοπέλου 1976 (Γήπεδο Σκοπέλου)
Επάνω: Γιάννης Κιντάκας, Δημήτρης Μακρίδης, Στρατής Τρύπατζης, Στρατής Βάρκας,
Χρίστος Μαμουνής, Στρατής Γαλίτης, Κώστας Ροδίτης, Σίμος Θωμαίδης
Κάτω: Στρατής Ατζέμης, Στρατής Χατζηγιαννάκης, Παράσχος Βαλιός,
Γιάννης Καβαρνός, Γιάννης Μανούσος.

Φωτ. Νο3.  Νάπολι, 11/06/1980
Μάρκο Φαν Μπάστεν, Γιάννης Μανούσος, Εθνική Νέων Ολλανδίας - Εθνική Νέων Ελλάδος
(Εθνική Ελλάδος, Euro 1980, Ελλάδα - Ολλανδία 0-1 (Κιστ 65' πέναλτι), Νάπολι, 11/06/1980)


Φωτ. Νο4. Απόλλων Σκοπέλου στο Πλωμάρι 
(Φωτ.Τσακυρέλλης Ευάγγελος) 
Επάνω: Γιώργος Λούπος, Δημήτρης Τσακυρέλλης, Ανέστης Χιώτης,
Στρατής Γαλίτης (Τερμ.) Στρατής Τρύπατζης,
Στρατής Χατζηγιαννάκης, () Γιάννης Μανούσος,
Στρατής Τραντάλης, Παναγιώτης Κυριάκου
Κάτω: Παράσχος Κουκούλης, Νίκος Γιαννίκος, Κωστής Τρύπατζης () Στρατής Τρύπατζης
Στρατής Κοντούλης (Τσαλέλ ή φιτζέτα), Νίκος Τρύπατζης. 


Φωτ. Νο5. (Γήπεδο Σκοπέλου)
Ν.Γιακάλής () Στρατής Γαλίτης (τερμ), Ξένος, Γαβαλάς, Γιάννης Μανούσος,
Ανέστης Χιώτης, Γιάννης Μανούσος, () Αξιώτης, Βασίλης Ψωμάς
Κάτω: () Παράσχος Κουκούλης, Γιάννης Χατζηγιάννης, Στρατής Τραντάλης,
Στρατής Ροδίτη, Παράσχος Βαλιός.


Sunday, 30 October 2011




Με τον Αξιώτη στα Χνάρια της Γέρας

Κάθε κατοικημένη περιοχή, ακόμα και το μικρότερο χωριό ή οικισμός, έχει τη δική του ιστορία, μας λένε οι ιστορικοί και οι ερευνητές. Πολλά στοιχεία που τα προσπερνάμε καθημερινά, υποτιμώντας τα, είναι σημαντικά αν συνταιριαστούν μαζί με άλλα. Είναι η ιστορική συνέχεια του τόπου. Οι ψηφίδες ενός μωσαϊκού που δείχνουν την τοπική Ιστορία μιας περιοχής.
Στην περιοχή μας, τη Γέρα, με τα έξι χωριά, τους οικισμούς, τον κόλπο και τη μεγάλη γεωγραφική έκταση έχουν αφήσει έντονα τα χνάρια τους οι προπάτορες μας κι ο χρόνος. Αυτά ακολούθησε ο συντοπίτης μας συγγραφέας Μάκης Αξιώτης. Περπάτησε βήμα βήμα, συγκέντρωσε το υλικό, το ταξινόμησε, το επεξεργάστηκε και το έδωσε σε μας με το βιβλίο του Στα χνάρια τα παλιά. Η έκδοσή του έγινε το 1987, από τον Παγγεραγωτικό Πολιτιστικό Σύλλογο της Αθήνας. Η δραστηριότητα αυτή του συλλόγου ήταν μια σημαντική πολιτιστική πράξη, αρκετά πριν υπάρξουν οι γνωστές χορηγίες.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες. α) Ο Κόλπος, β) Δυτική παραλία, γ) Βόρεια παραλία, δ) Ανατολική παραλία. Στο Παράρτημα γίνεται αναφορά στο Αρχαίο οχυρό των Λουτρών, στη Μάνα της Γέρας, στο Καστρί στα Μέτια και στο Παλιόκαστρο Γέρας. Ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει ότι έχει ανακαλύψει για το κάθε χωριό, οικισμό και αγροτική περιοχή. Η περιγραφή του είναι αναλυτική, με λεπτομέρειες και ακριβής. Δεν αρκείται στα χωριά της Γέρας αλλά επεκτείνεται και σε όλα τα γειτονικά, της δυτικής και ανατολικής πλευράς. Την έρευνά του αυτή, καθώς είναι γνωστό, την επέκτεινε στη συνέχεια σε όλο το νησί της Λέσβου.
Όπως γράφει, ζωντανά, τις περιγραφές του νιώθεις πως βρίσκεσαι δίπλα του, συνοδοιπόρος. Συναντάς σπασμένα αρχιτεκτονικά μέλη, γκρεμισμένα κάστρα, ναούς, λατομεία, όστρακα αγγείων, παλιά πατητήρια, επιγραφές κι ότι άλλο κατάγραψε ο Αξιώτης. Το σημαντικό συνοδευτικό υλικό του βιβλίου είναι τα σχέδια και οι χάρτες, σχεδιασμένα από τον ίδιο.  
 Αυτό “το έργο προσφέρεται όχι μόνο ως σημαντική μάθηση του παρελθόντος του τόπου μας, αλλά και ως κείμενο νοσταλγικής αναπόλησης και λυρικής διάθεσης”, γράφει ο Τάκης Πανταζής στον πρόλογο του βιβλίου. Και ως τέτοιο ας το μελετάμε.
Το βιβλίο αυτό του Αξιώτη είναι το πρώτο του εξέδωσε. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν αρκετά άλλα με οδοιπορικά, μελέτες, μονογραφίες και ποίηση.             
 Αριστείδης Καλάργαλης
    

Tuesday, 18 October 2011

Οι μαθήτριες του Κουντουρά






Μαθητής μου εμένα δεν είναι κείνος που αγαπά την ήρεμη και ακίνδυνη ζωή, τη στρωμένη με λουλούδια, αλλά εκείνος που μέσα του έχει ξυπνήσει η ανησυχία” γράφει ο Μίλτος Κουντουράς. Κι οι μαθήτριες του είχαν αυτά τα χαρακτηριστικά. Είναι οι μαθήτριες των τριών χρόνων, 1927 – 1930, κατά τα οποία ο Κουντουράς ήταν Διευθυντής στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης. Γέμισαν την βόρεια Ελλάδα, κυρίως, με το πνεύμα και τις διδαχές του δασκάλου τους. Τέτοια πολύχρονη αγάπη και αφοσίωση δεν νομίζω να συναντάται συχνά.

Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά, το 1976, συγγράφουν και εκδίδουν το βιβλίο Μίλτος Κουντουράς, Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης 1927 – 1930. Το βιβλίο στηρίχτηκε στο “σχέδιο του βιβλίου του 'Ιερή Τριετία', που ετοίμαζε και δεν αξιώθηκε να ολοκληρώσει” μας πληροφορούν.

Δεν είναι ένα βιβλίο αναμνήσεων και καλών λόγων προς τον δάσκαλό τους. Είναι όλη η ζωή του Διδασκαλείου. Με αναλυτική δομή και περιεχόμενο. Με βασικό υλικό το αρχείο του Κουντουρά, αλλά και δικό τους, εκδόθηκε το βιβλίο. Ο αναγνώστης, και κυρίως ο εκπαιδευτικός, γνωρίζει πώς λειτουργούσε αυτό το σχολείο, ποιες ήταν οι παιδαγωγικές του αρχές, η συκοφάντηση και δίωξη του Δασκάλου τους.

Το σημαντικότερο είναι ότι το βιβλίο αυτό μπορεί να είναι ο παιδαγωγικός οδηγός του κάθε εκπαιδευτικού. Για οποιοδήποτε θέμα αντιμετωπίζει μπορεί να βρει απάντηση και βοήθεια. Για το βιβλίο και τη βιβλιοθήκη, τις εκδηλώσεις, τον σχολικό κήπο, τον αθλητισμό, τις εργασίες, τις εκδρομές, τις αμοιβές και τις τιμωρίες, τις ομάδες εργασίας κ. ά.

Προσωπικά ανέτρεξα πολλές φορές στις σελίδες του βιβλίου. Και η απλή εφαρμογή, έστω από αντιγραφή, θα φέρει αποτελέσματα. Το σημαντικότερο είναι ότι πολλά από τα περιεχόμενα των κεφαλαίων είναι ακόμα και σήμερα πρωτοπόρα και αξεπέραστα. Όπως οι ομαδικές εργασίες που εντάχθηκαν από φέτος στο πρόγραμμα του Λυκείου.

Οι μαθήτριες γράφουν ότι “σταθήκαμε πολύ τυχερές να ζήσουμε μια σχολική ζωή που δεν ήταν απλή φοίτηση”. Αυτό είναι το παιδαγωγικό μήνυμα: έζησαν μια σχολική ζωή κι όχι απλώς πήγαιναν στο σχολείο.

Αριστείδης Καλάργαλης

Thursday, 2 June 2011

Στρατής Γαβαλάς, ο ζωγράφος ποιητής



Ο Στρατής Γαβαλάς είναι γνωστός ως ζωγράφος. Γεννήθηκε στον Σκόπελο το 1887 και πέθανε στη Μυτιλήνη στις 26 Μαρτίου 1965. Σπούδασε ζωγραφική στη Σμύρνη κοντά στον αγιογράφο Ευστράτιο Ευστρατιάδη, στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και στη Γερμανία. Στην Αθήνα είχε καθηγητή τον Λέσβιο ζωγράφο Γιώργο Ιακωβίδη.
Υπηρέτησε στο στρατό από το 1914 ως το 1919. Τα επόμενα χρόνια ζει στην Αίγυπτο μέχρι το 1924. Εκεί γνωρίζεται με τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Μετά την επιστροφή του στη Μυτιλήνη διδάσκει εικαστικά στο Διδασκαλείο, ακολούθως στο Πρακτικό Λύκειο και μετέπειτα στο Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων Μυτιλήνης.
Εκτός από τη ζωγραφική έγραψε και δημοσίευσε μερικά ποιήματα σε περιοδικά και εφημερίδες. Το πρώτο με τον τίτλο “ Πεζά τραγούδια” δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Χαραυγή τον Οκτώβριο του 1910, και το τελευταίο το “ Στη μάνα μου” στο Λεσβιακόν Ημερολόγιον του 1956. Ποίηματά του δημοσιεύθηκαν, εκτός των παραπάνω εντύπων, στις εφημερίδες Ο Μυτιληνιός και Ελεύθερος Λόγος, και στα περιοδικά Ο Φάρος της Αιγύπτου, Το Σαλόνι, Αιολικά Γράμματα. Συνολικά έχουν αποδελτιωθεί 28 ποιήματά του. Από αυτά τα 15 τα παρουσίασε ο Παναγιώτης Παρασκευαΐδης το 1983, στο Ανθολόγιο τριών Λεσβίων ποιητών. Και τα 13 ο Κώστας Μίσσιος στο Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών το 1998 και στο βιβλίο Ποικίλα φιλολογικά της Μυτιλήνης το 2009.
Με τους στίχους νιώθεις μια συνομιλία που θέλει να κάνει, μ' ό,τι ορίζει ο τίτλος του ποιήματος, αλλά κι εκεί που σε οδηγεί με το περιεχόμενό του. Η πίκρα, η μοναξιά κι η αναπόληση υπάρχουν στα ποιήματα της παραμονής του στην Αίγυπτο. Ο πόνος για το χαμό της κόρης του γίνεται ποίημα. Αυτός συνταιριασμένος με κάποιο παράπονο υπάρχει και σ' άλλα ποιήματά του. Ταυτοχρόνως είναι γήινος και ερωτικός.
Ο λυρισμός του είναι έντονος, τόσο που αν και κάποιοι στίχοι είναι περιγραφικοί ή καταγραφής σε κάνει να το προσπερνάς και να σου μένει το ποιητικό τους στοιχείο. Μα δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς. Πώς θα ήταν ζωγράφος και θα έγραφε στίχους;
Μυγδαλάνθια
Έγειρες το κεφάλι σου στη λευκή μου μυγδαλιά
Και τ' άνθη φτερουγίσανε σαν κουρασμένοι πόθοι

Κι άλλ΄ αποκούμπισαν στη γη ή σε ξανθιά μαλλιά

Κι άλλα τα πήρε μακρυά τ' αγέρι και τα κλώθει

Τα μυγδαλάνθια μοιάζετε, ω ταξιδεύτρες μου έννοιες,

Που άχαρα ξεψύχησαν σα στην ογρή της γης,

Κι αυτά που ταξιδεύσανε προς τις μαλαματένιες

Κορφούλες που τις χρύσουνε ο ήλιος μιας αυγής.

Ο Φάρος, τ.62, Σεπτ. 1921
Αρειστίδης Καλάργαλης

                          Αγιογραφίες του Γαβαλά στον Άγιο Γεώργιο στο Σκόπελο









 Το τέμπλο του Αγίου Γεωργίου

Άλλοι πίνακες: στα Εικαστικά Δοκίμια

Sunday, 22 May 2011

Ο Θεόφιλος στο Σκόπελο Γέρας



Ο οικοδεσπότης με το γυιό του. 1928. Τοιχογραφία Γ. Αντίκα.



Το καφενεδάκι πριν κατεδαφισθεί του Γ.Αντίκα στην είσοδο προς το Σκόπελο

Ο Θεόφιλος στο Σκόπελο Γέρας - Της Σαπφώς Βογιατζή
Είναι νωπή η θύμηση, στα χωριά της Γέρας, ενός ιδιόρρυθμου ζωγράφου περιπλανώμενου πού φορώντας πάντα φουστανέλα και κάπα χειμώνα καλοκαίρι, ζωγράφιζε στους τοίχους.
Ζούσε μόνο για την τέχνη του και μ' αυτή προσπαθούσε να επιβιώσει ιστορώντας τα μεγαλεία της φυλής μας και πλουτίζοντας τα καφενεία και τα σπίτια των ανυποψίαστων χωρικών με αριστουργήματα σπάνιας αισθητικής αρτιότητας.
Αυτός λοιπόν ο πλανόδιος ταχυδακτυλουργός της Ιστορίας μας πού άρχισε από Καραϊσκάκη και κατέληξε σε Μεγαλέξανδρο, ολοκλήρωσε στους ασβεστωμένους τοίχους των λαϊκών καφενείων με καθαρά πλαστικά μέσα και με λυρισμό την αληθινή μορφή της Ελλάδας και αποδείχτηκε ομηρικός και βυζαντινός μαζί.
Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ ήταν γιος του Γαβριήλ Χατζημιχαήλ και της Πηνελόπης. Γεννήθηκε στα 1868 στη Βαρειά. Ο παππούς του απ' τη μητέρα του ο Κωνσταντής Ζωγράφος ήταν αγιογράφος από τα Μοσχονήσια. Τα γράμματα του Θεόφιλου είναι λίγα. Ήταν ζερβοχέρης. Ζωγράφιζε από παιδί και κατά την ώρα του μαθήματος.

Στις προσπάθειες του πατέρα του να τον κάνει χτίστη ή τσαγκάρη αντιστέκεται αποτελεσματικά. Δεκάξι περίπου χρονών χάνεται απ' τη Μυτιλήνη. Στα 1884 ο Θεόφιλος το σκάζει για τη Σμύρνη. Το 1885 πήγε σ' ένα τσιφλίκι φύλακας και κάθισε στα προξενείο της Σμύρνης καβάσης, ο ίδιος στα 1899 υπογράφει "Θεόφιλος ζωγράφος και άλλοτε οπλαρχηγός και θυροφύλα". Κατοικεί στη συνοικία του Αγ. Δημητρίου. Ζει καλά κερδίζει αρκετά χρήματα απ' τη ζωγραφική του αλλά του τα κλέβουν. Ντυμένος Μεγαλέξανδρος Οργανώνει ψευτομάχες και παρελάσεις στους δρόμους συνήθεια
πού την κρατά ως το τέλος της ζωής του. Ο ίδιος καυχιέται ότι υπερασπίζοντας τη ζωή του Έλληνα προξένου σκότωσε ένα Τούρκο μπέη και φεύγει απ' τη Σμύρνη.
Κατά το 1909 μένει στο Βόλο και στα περίχωρα. Ζωγραφίζει πάνω σε κάθε επιφάνεια πού του προσφέρεται, ή αμοιβή του είναι ελάχιστη. Για να ζήσει κόβει ξύλα, κάνει το σοβατζή και το χαμάλη. Στα 1910-12 τοιχογραφεί το σπίτι του Γιάννη Κοντού. Σ' αυτή την εποχή πρέπει να τοποθετηθεί και ή αισθηματική ιστορία με τη θιασάρχαινα Βικτώρια.

Στη Θεσσαλία θα δείξει τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του ιδιοφυΐας. Τα έργα του της Θεσσαλίας όταν συγκριθούν με τα κατοπινά του της Μυτιλήνης δείχνουν μια πίκρα και μια ευγενική συγκράτηση πού μοιάζουν να τον οδηγούν σε μια ψυχρότατα. Οι στεναχώριες πού θα περάσει εκεί τον σπρώχνουν στο κλείσιμο στον εαυτό του στην αγάπη της μοναξιάς στην απόλυτη αυτοσυγκέντρωση. Απ' αυτήν την αυτοσυγκέντρωση θα βγουν πολλά έργα του ποτισμένα μ' ένα θερμό αίσθημα.
Οι φάρσες και τα χωρατά πού του κάνουν οι Βολιώτες δεν δημιουργούν ιδανικό κλίμα για τον αλαφροΐσκιωτο ζωγράφο και τον αναγκάζουν να φύγει πληγωμένος στο σώμα και στη ψυχή.

H γιορτή του κρασιού στα κτήματα του Α. Καμπά. Τοιχογραφία που υπήρχε στο σπίτι του Γ.Αντίκα

Στην Μυτιλήνη τον περιποιείται ο αδελφός του ο Σταύρος πολύ καιρό στην οδό Κολυμπάρας. Θα ζωγραφίσει ο Θεόφιλος τους τοίχους του σπιτιού. Αυτό το σπίτι θα καεί. Ζωγραφίζει και άλλες τοιχογραφίες στο σπίτι της Βαρείας.
Όλα αυτά όμως θα καταστραφούν από τους συγγενείς του γιατί αυτοί δεν υπολογίζουν ούτε τα έργα του και θεωρούν τον Θεόφιλο χαμένο άνθρωπο. Γιατί ή οικογένεια στην οποία ανήκει ένας ζωγράφος, είναι κάτι για το οποίο ο Ίδιος δεν ευθύνεται. Πολλές φορές ή ζωγραφική αρχίζει να παίρνει μια παράξενη λάμψη πού δεν είναι εύκολο να προσδιορίσεις από που προέρχεται. Απ' τον ίδιο τον άνθρωπο βέβαια απ' την πραγματικότητα.
Ο Θεόφιλος ήταν βραδύγλωσσος. Και οι Μυτιληνιοί και οι Βολιώτες τον θεωρούσαν πρόσωπο κατάλληλο για πειράγματα. Εύκολο μέσο παρηγοριάς στην ρουτίνα της κοπιαστικής ζωής τους.

Σαπφώ και Αλκαίος 1928. Τοιχογραφία Γ. Αντίκα.

Στον ώμο του είχε κρεμασμένο ένα τροβά και μια σημαία βυζαντινή με αετό. Στο ζωνάρι της φουστανέλλας του είχε τα σύνεργα της ζωγραφικής του. Τα μαλλιά του μακριά τα έδενε κότσο.
Δούλευε καθισμένος καταγής. Δεν πήγαινε σε καφενεία ούτε σε διασκεδάσεις, δεν έπινε ούτε κάπνιζε όπως θυμούνται. Ήταν πράος και δεν βλασφημούσε ποτέ.

Ζωγράφισε πολλές εικόνες και τα πάθη του Χρίστου πού ανήκει στο Μουσείο Θεοφίλου της Βαρείας.
Σημαντική γνωριμία για το Θεόφιλο θα είναι ή συνάντηση του με τον Στρατή Ελευθεριάδη που ήταν εγκαταστημένος στο Παρίσι από πολύ νέος. Ο Ε. Teriade ο φίλος του Ματίς του Μπράκ του Πικάσσο, αυτός πού χρωστά πολλά ή εποχή μας για την σωστή τοποθέτηση των μεγάλων αυτών μορφών του αιώνα μας.


Όταν θα του μιλήσει ο Τεριάντ για μια δόξα στο Παρίσι θάναι κάτι πρωτόγνωρο για τον Θεόφιλο.
Το 1929. Ο Τεριάντ θα αγοράσει μερικά έργα του, θα του δώσει όμως τα μέσα να ζει και όσα υλικά χρειαζόταν να ζωγραφίζει. Τα έργα πού πήρε ο Τεριάντ δεν ήταν δώρο πού ο Θεόφιλος χάριζε σ' αυτόν πού τον βοήθησε. Ήταν ένα αντάλλαγμα μια αναγνώριση. Η παραγγελία αυτή του δόθηκε λίγα χρόνια πριν απ' το θάνατό του και την εξετέλεσε με επιτυχία.
Θα κάνει με τα έργα του μια ανακεφαλαίωση της
ζωγραφικής του γνώσης και της θεματογραφίας του. Θα ξεκαθαρίσει τα ζωγραφικά του συμπεράσματα.

Στο Σκόπελο έξω απ' το χωριό στη διακλάδωση του δρόμου προς το Πλωμάρι οικία Γ.Μ. Αντίκα, στο ΒΑ δωμάτιο του ισογείου άλλοτε καφενείο, είναι ζωγραφισμένοι και οι τέσσερις τοίχοι στο ταβάνι ήλιος. Από αριστερά: Κυνήγι - Γλάστρα - Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως -Σαπφώ και Αλκαίος - Γλάστρα - Εργοστάσιον Ανδρέα Καμπά - Λαγός - Μυτιληνιός ναργιλετζής - Αλαμάνα. (Οι καλύτερα διατηρημένες τοιχογραφίες). Ειδικά ή σύνθεση με τη Σαπφώ και τον Αλκαίο με την απίστευτη φινέτσα του χρώματος της, είναι όχι μόνο η καλύτερη διακόσμηση πού έχει κάνει ο Θεόφιλος, αλλά απ' τις πιο όμορφες τοιχογραφικές διακοσμήσεις πού έχουν γίνει. Καταπληκτική λεπτότητα και δροσιά στα χρώματα.
Στο Σκόπελο πάλι στη Λέσχη ιδιοκτησία Π. Γιαννίκου πρώην καφενείο Π. Κουρκουρή έζησε 20 μέρες ο Θεόφιλος και θα ζωγραφίσει τοιχογραφία 2 Χ 3 μ. Τοποθετήσεις στρατευμάτων Οδυσσέας Ανδρούτσος χάνι της Γραβιάς. Κάηκε μετά τα καφενείο. Πιθανόν να υπάρχει στον ένα τοίχο κάτω απ' τον ασβέστη.

Επίσης πάλι στου Φωλιαδή καφενείο τώρα φούρνος Βουγλάνη τοιχογραφία με 2 πελώρια άλογα, ο θάνατος του Πατρόκλου. Πολύ πετυχημένη σύνθεση κατά την μαρτυρία του Γ. Καψαλού. Επίσης είχε ζωγραφίσει το κάστρο και έξω απ' τη πύλη ο Δούρειος ίππος. Απαλά χρώματα είχε χρησιμοποιήσει εδώ. Ακόμη είχε ζωγραφίσει κασέλες, λάμπες και διάφορα άλλα αντικείμενα με το πιο μικρό τίμημα για ένα πιάτο φαγητά.
Ο Θεόφιλος μας έδωσε ένα καινούργιο μάτι, έπλυνε την όραση μας όπως καθαρίζει ο ουρανός και τα σπίτια και τα κόκκινο χώμα και τα φυλλαράκια των δέντρων ύστερα απ' τα απόβροχο κάτι από αυτό τον παλμό της δροσιάς.

Διακοσμητική γλάστρα και λαγός 1928. Τοιχογραφία Γ. Αντίκα.

Η αμάθεια του πολλές φορές είναι αυτή που δίνει στα έργα του τόση γοητεία. Όμως είναι αυτό τόσο σπάνιο που πριν δεν είχε γίνει για την ελληνική φύση - μια στιγμή χρώματος και αέρα, σταματημένη εκεί μ' όλη την εσωτερική ζωντάνια της, και την ακτινοβολία της κίνησης της σαν μια ανθρώπινη ανάσα πού έμεινε σ' ένα γέρικο δέντρο σ' ένα κρυμμένο ανθό ή στο χορό μιας φορεσιάς, αυτά τα πράγματα τ' αναζητούσαμε πολύ, γιατί μας έλειψαν, αυτή τη χαρά μας έδωσε ο Θεόφιλος.
Η συνάντηση του με τον Τεριάντ καθώς και η παρέα που έκανε με τον πατέρα του ειρήνεψε τα τελευταία χρόνια του περιπλανώμενου ζωγράφου. Η συνάντηση με το γιο θα του δώσει μια ταραχή, και κάποιο τρακ, μα και τα φτερά πού έχουν τόση ανάγκη οι καλλιτέχνες. Κάποιος τον έπαιρνε γι' αυτό πού ήταν. Την εποχή που δούλευε τα έργα του Τεριάντ ο Θεόφιλος ήταν το 1934 από μια αδιαθεσία τον βρήκαν επάνω στην κουρελού πού συνήθιζε να κοιμάται νεκρό. Είχε ξεψυχήσει ξημερώματα του Ευαγγελισμού. Τον έθαψε η δημαρχία στο νεκροταφείο του Αγ. Παντελεήμονα. Ο τάφος του δεν υπάρχει πια.
Αυτή είναι η ιστορία του Θεόφιλου, όμοια με την ιστορία κάθε ανθρώπου που τυχαίνει να είναι καλλιτέχνης, σε μια κοινωνία πού δεν μπορεί να τον καταλάβει. Μα η άλλη η αληθινή του ιστορία ο θρύλος του, η ιστορία του πάθους του για τη ζωγραφική, ο ενθουσιασμός του και τα ιδανικά του γράφτηκαν για πάντα στους τοίχους της Μυτιλήνης και του Βόλου πάνω σε μπαμπακερά πανιά σε σανίδια τενεκέδες κασέλες σ' ότι του χάρισε ο Θεός.
Έζησε στον δικό του κόσμο τον κόσμο των ονειροπολήσεων, είδε τον κόσμο με τα αθώα του γαλανά μάτια αγνά και πλημμύρισε με τα δροσερά του χρώματα τους τοίχους των σπιτιών. Παραθέτοντας χρώμα δίπλα σε χρώμα χτίζει τα μουσικό φως - συγχρόνως ζωγραφικό, ελληνικό και σίγουρα δικό του - πού ξεχειλίζει και σήμερα ακόμη απ' τους τοίχους, τους ζωγραφισμένους από αυτόν.

Ελληνικός ο Θεόφιλος πέρα για πέρα λαϊκός και λιγοδίαιτος μαστορεύει τα έργα του με τίμια και ταπεινά μέσα. Με λιγοστά χρώματα σου δίνει την εντύπωση ενός μεγάλου πλούτου.
Χρησιμοποιούσε βαρελίσια χρώματα που τ' αγόραζε από τα χρωματοπωλεία, σαν βάση συνδετική έβαζε γάλα συκιάς, επίσης χρησιμοποιούσε και χρώματα που τα έπαιρνε απ' τη φύση. Πράγματι η ζωή χρωματισμένη με χρώματα ανεξίτηλα για όλες τις αισθήσεις αξίζει να τη χαρείς.
Είχε γεννηθεί με τα χαρίσματα ενός μεγάλου ζωγράφοι Αρμονία χρωμάτων, πλαστική φαντασία σχέδιο περιληπτικό κι εκφραστικό, πινελιά πούπάλλεται από ζωή. Ότι κάνει πολύτιμα τα έργα του είναι το κατόρθωμά του να δίνει όχι τα φαινόμενα της πραγματικότητας της φωτογραφίας μα την αίσθηση και την ουσία με πολύ λυρισμό, αίσθηση ρυθμού και αλήθειας που τον ανεβάζουν δίπλα στους δημιουργούς μιας ουσιαστικής και απέριττης ζωγραφική σε παγκόσμια κλίμακα. Βλέποντας ένα έργο του Θεόφιλο δεν έχουμε την εντύπωση πώς βλέπουμε ένα τοπίο από μακριά. Νοιώθουμε ότι το ζούμε, πώς το διασχίζουμε. Η δροσιά των δέντρων τα νερά μας τριγυρίζουν. Μόνο Μπονάρ και ο Θεόφιλος, κατάφερναν να μας δώσουν αυτή την αίσθηση. Τα γαλάζια εκστατικά μάτια του Θεόφιλου παιδικά μέχρι τα γεράματα δίνουν ένα κόσμο πού σφύζει από λεβεντιά και δροσιά. Είναι η ταυτότητα της ελληνική φυλής.
Το πιο πολυτιμότερο πράγμα που είχε ήταν η μικρή κασέλα που έβαζε τα σύνεργα της δουλειάς του και τα βιβλία του. Ένα ξύλινο μπαουλάκι ζωγραφισμένο ολόκληρο με το χέρι του. Διατηρείται όπως βρέθηκε δίπλα στο ζωγράφο νεκρό την παραμονή του Ευαγγελισμού 1934 Όταν τ' ανοίξεις τα σημάδια της ζωής ενός σωστό ολοκληρωμένου ανθρώπου αποκαλύπτονται συγκλονιστικά. Νοιώθεις έντονη την παρουσία μιας ζωής πού τίποτα δεν πήγε χαμένο.

Αυτό είναι το μυστήριο της ζωγραφικής. Δύο τρία νερωμένα χρώματα πάνω σ' ένα πανί έχουν την δύναμη να δικαιώσουν στον αιώνα με τη μορφή τους ή με το θρύλο τους αδικημένες αθώες ψυχές παραγνωρισμένες μεγάλες αγάπες και τον λίθον όν απεδοκίμασαν οικοδομούντες να τον θέτουν εις κεφαλήν γωνίας.

* Το κείμενο προέρχεται από το 4-5ο Τεύχος της "Γέρας" 1980.