Tuesday, 25 August 2020

Ο Μαστρανώνης Β' Μέρος

Απόσπασμα από το βιβλίο του Φώτη Εμμ. Στρογγύλη

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ ΑΣΗΜΩΝ ΑΝΔΡΩΝ


(Σκοπελιανές Ιστορίες) 

Β' Μέρος
Μέρος Α'

Ο Αριστείδης Καλάργαλης στο καφενείο του


Το καφενείο του Αριστείδη Καλάργαλη ήταν σαν μια ανεπίσημη λέσχη. Πολυτελές για την εποχή του, ολοκάθαρο (γι αυτό είχε τον τίτλο ΤΟ ΔΙΑΥΓΕΣ) και ζεστό, συγκέντρωνε τον καλύτερο κόσμο του χωριού. Οι πιο μορφωμένοι, οι πιο επίσημοι, οι πιο σοβαροί, εκεί μαζευόταν κι έπιναν τον καφέ τους ή το ποτό τους κι έπαιζαν το τάβλι τους, μέσα σε ήσυχο και φιλικό περιβάλλον. Κάποτε ήρθε στη σκέψη του καταστηματάρχου να διοργανώσει πρωτάθλημα ταβλιού μεταξύ των πελατών του. Ήταν κι αυτός ένας αξιόλογος άνθρωπος. Εύθυμος, χαρούμενος, φιλικός, με καλλιτεχνικές διαθέσεις (έπαιζε καλό βιολί ερασιτεχνικώς) δημιουργούσε ατμόσφαιρα στο καφενείο του.

Μετά από τις απαιτούμενες συζητήσεις, δήλωσαν συμμετοχή  32 ταβλαδόροι, μεταξύ των οποίων  και ο Μαστραντώνης. Έκαναν κλήρωση και βγήκαν τα ζευγάρια που θα διαγωνίζοντο στην αρχή. Στη δεύτερη φάση θα έπαιζαν οι νικητές και στην Τρίτη πάλι οι νικητές ώσπου να έμεναν δύο στον τελικό. Σύστημα κατά την ποδοσφαιρική ορολογία νοκ-άουτ. Οι ηττημένοι έβγαιναν έξω απ την αρχή.

Ο Μαστραντώνης κληρώθηκε να παίξει με τον νεαρότατο τότε Δημήτριο Ευστρ. Ανδριάνη. ( Για όσους δεν τον θυμούνται, ήταν ο αδελφός του Κώστα Ανδριάνη που παντρεύτηκε κι εγκατεστάθηκε στον Παπάδο. Έφυγε όμως στην Αθήνα και ξεχάστηκε).

Αυτό άλλοι το θεώρησαν εύνοια της τύχης κι άλλοι μειωτικό για τον Μαστραντώνη που θεωρείτο το φαβορί του διαγωνισμού σαν ο καλύτερος ταβλαδόρος του χωριού. Όμως η τύχη ή μάλλον το ζάρι άλλα θέλησαν. Ο Μαστραντώνης έχασε την παρτίδα και μάλιστα με 7-2. Μόλις τελείωσε το τελευταίο παιχνίδι, το ήσυχο άλλες ώρες καφενείο σείστηκε απ τις φωνές, τα γέλια, τα πειράγματα, τα χειροκροτήματα. Ο μόνος που δεν έβγαλε λέξη ήταν ο Μαστραντώνης. Ατάραχος, ανέκφραστος, έβγαλε το πακέτο τα τσιγάρα, άναψε ένα τσιγάρο, αποτελείωσε τον καφέ του κι έφυγε χωρίς να πει τίποτε.

Την άλλη μέρα το πρωί ο Αριστείδης ήρθε στο μαγαζί του πατέρα μου κι αγόρασε ένα πένθιμο χαρτοφάκελλο (είχε ένα πόντο μαύρη γραμμή και το φάκελλο και η κόλλα)

Με φώναξε να γράψω εγώ το συλληπητήριο που θα έστελναν στον Μαστραντώνη,για να είναι τα γράμματα παιδικά και να μην υποπτευθεί κάποιον γνωστό του. Μου έλεγε ο μακαρίτης Αριστείδης κι εγώ έγραφα.

Γράψαμε τις τρεις σελίδες με τα συνηθισμένα λόγια παρηγοριάς σε κάποιον που έχασε ένα πολύ αγαπημένο του πρόσωπο. Δεν λέγαμε όμως ποιό. Στη τελευταία σελίδα γράψαμε περίπου τα εξής: «Ελπίζουμε Μαστραντώνη να σε λυπηθεί ο Θεός και να σου στείλει την εξ ύψους παρηγορίαν και να σε προστατέψει άλλη φορά να μην χάσεις στο τάβλι από ένα παιδαρέλι που ακόμα δεν ξέρει πού πάνε τα πούλια. Σου συνιστούμε να μην κάνεις και καμμιά απόπειρα, ούτε να κόψεις το τάβλι, ούτε να δαγκώσεις τα ζάρια σαν τον Παπλωματά (ένας άλλος συγχωριανός μας φανατικός ταβλιαδόρος).

                                                            Οι καλοί σου φίλοι που σ’ αγαπάνε

 

Βάλαμε γραμματόσημο και το ρίξαμε στο κουτί του ταχυδρομείου. Την επομένη μέρα  ο Μαστραντώνης έλαβε το γράμμα αλλά για κάποιον λόγο δεν το άνοιξε.

Το βράδυ όταν πήγε στο καφενείο κάθισε στο τραπέζι που καθόταν ο δάσκαλος ο Ιωαν. Μιχαλακέλλης κι αφού ήπιε μια ρουφηξιά καφέ κι άναψε ένα τσιγάρο, έβγαλε από την τσέπη του το πένθιμο γράμμα και το έδωσε στον δάσκαλο να το διαβάσει. Ο δάσκαλος το άνοιξε προσεκτικά ενώ το πρόσωπο του σοβαρεύτηκε. Θα υπέθεται πως κάποιος στενός συγγενής του Μαστραντώνη θα είχε πεθάνει. Άρχισε να το διαβάζει αργά και με ανάλογη φωνή. Μερικοί που είχαν μαθει για την αποστολή του γράμματος παρακολουθούσαν με τρόπο κάνοντας πως βλέπουν αλλού. Όταν όμως ο δάσκαλος έφθασε στην τέταρτη σελίδα και διάβασε αυτά που έλεγε για το τάβλι κ.λ.π. κι αντελήφθηκε περί τίνος επρόκειτο, ξέσπασε σε γέλια ακράτητα. Το ίδιο άρχισαν κι οι υπόλοιποι θαμώνες του καφενείου. Πρώτα αυτοί που το ήξεραν κι ύστερα οι άλλοι που το έμαθαν κείνη την ώρα. Ο Μαστραντώνης πήρε το γράμμα πίσω το έβαλε στην τσέπη του, ήπιε τον καφέ του, άναψε και δεύτερο τσιγάρο και δεν είπε λέξη. Έφυγε μετά από λίγο και για κάμποσο καιρό άλλαξε καφενείο. Μπορεί να παρεξηγήθηκε.

 

Το άλλο επεισόδιο ήταν πιο σοβαρό. Το έζησα κι αυτό ο ίδιος προσωπικά.

Βρισκόμαστε στο σωτήριο έτος 1935. Είναι αρχές του χρόνου κι η χώρα βρίσκεται σε έντονη προεκλογική περίοδο. Τα πάθη είναι σε έξαρση. Το αποτέλεσμα των εκλογών θα είναι καθοριστικό. Θα ισχύσει το «Ουαί τις ηττημένοις». Κάποια ημέρα αυτής της περιόδου ένας πελάτης του πατέρα μου, ο Κώστας Σκούφος (νοικοκύρης κι αυτός από τους λίγους, ήσυχος και γελαστός άνθρωπος) αγόρασε ένα σακκί αλεύρι, το φορτώθηκε στην πλάτη του και το πήγε στο σπίτι του. Τότε οι περισσότεροι συγχωριανοί ζύμωναν μόνοι τους. Αφού το άφησε εκεί γύρισε πίσω προς την αγορά να πάει στο καφενείο.

Ο Μαστραντώνης τον είδε προηγουμένως που πέρασε μπροστά απ το μαγαζί του φορτωμένος με το σακκί  το αλεύρι και όταν τον είδε να ξαναγυρίζει του είπε «Βλέπω Κώστα το αλεύρι το παίρνεις τώρα με το σακκί». «Γιατί να μην το πάρω;» απάντησε εκείνος «αφού είναι τζάμπα!» «Γιατί είναι τζάμπα;» ρώτησε περίεργος ο Μαστραντώνης. «Καλά εσύ δεν το έμαθες και είσαι μες την αγορά;» ξαναείπε ο Σκούφος «Δεν ξέρεις ότι ο Βενιζέλος διέταξε τον Στρογγύλη να δώσει από ένα σακκί αλεύρι σε κάθε οικογένεια που τον ψηφίζει; Θα το πληρώσει εκείνος.» «Αλήθεια Κώστα;» ξαναρώτησε ο Μαστραντώνης. « Ε! Τώρα παιδιά είμαστε, ψέμματα θα σου πω;» είπε ο Σκούφος κι έφυγε για το καφενείο.

Ο Μαστραντώνης τον πίστεψε γιατί τότε γινόταν πολλές τέτοιες δωρεές χάριν της ψήφου. Όταν αργότερα έκλεισε το μαγαζί του πέρασε μπροστά απ το μαγαζί του πατέρα μου και του φώναξε «Κυρ’  Μανώλη στείλε μου και μένα ένα σακκί αλεύρι στο σπίτι» «Εντάξει» του φώναξε ο πατέρας μου «αύριο το πρωί»

Όπως κι έγινε. Ο υπάλληλος του πατέρα μου Θρ.Ζαχαρίας έβαλε ένα σακκί αλεύρι στην πλάτη του και το πήγε στο σπίτι του Μαστραντώνη.

Έγιναν οι εκλογές, ο Βενιζέλος τις έχασε, έκανε κίνημα κι έφυγε στο εξωτερικό.

Ο Μαστραντώνης ερχόταν κάθε μέρα στο μαγαζί του πατέρα μου και ψώνιζε αλλά κανένα λόγο δεν έκανε για το σακκί το αλεύρι. Ήταν πελάτης τοις μετρητοίς κι ο πατέρας μου τον σεβόταν και τον εκτιμούσε πολύ και δίσταζε να του πει κάτι που να τον δυσαρεστούσε. Ένα βράδυ όμως, αφού ψώνισε και πλήρωσε ο πατέρας μου του είπε πολύ ευγενικά «Μαστραντώνη εκείνο το σακκί το αλεύρι να το περάσω στο βιβλίο να το πληρώσεις όποτε θέλεις;» ο Μαστραντώνης κάπως απότομα είπε «Γιατί να το πληρώσω κυρ’ Μανώλη αφού σου το πλήρωσε ο Βενιζέλος;» ο πατέρας μου τάχασε «Τι είναι αυτά που λες, πότε με πλήρωσε ο Βενιζέλος και γιατί;»

«Δηλαδή κυρ’ Μανώλη, εμείς θα την πληρώσουμε πάλι ο απλός λαός;. Επειδή δεν κερδίσαμε τις εκλογές τώρα παίρνετε πίσω αυτά που τάξατε και δώσατε; Τι φταίμε εμείς; Εγώ ξέρεις τι αγώνα έκανα για το Βενιζέλο και τώρα θέλεις να σου πληρώσω το σακκί το αλεύρι; Δεν είναι τίμια πράγματα αυτά κι εσύ δεν έπρεπε να μου ζητήσεις να σε πληρώσω;»

Ο πατέρας μου θίχθηκε αλλά και απόρησε «Τι είναι αυτά που λες Μαστραντώνη; Πού έμαθες εσύ ότι με πλήρωσε ο Βενιζέλος; Ποιός σου είπε τέτοιο πράγμα;» Μου το είπε σοβαρός άνθρωπος που πήρε κι αυτός» είπε ο Μαστραντώνης. «Πες μου ποιος είναι να τον φωνάξουμε τώρα να μας το πει μπροστά μας, ποιος είναι;»

«Ο Κ. Σκούφος» απάντησε

«Πήγαινε φώναξε απ το καφενείο το Κ. Σκούφο» μου είπε ο πατέρας μου. Το καφενείο ήταν δίπλα ,έτρεξα και τον φώναξα. Ήρθε γελαστός όπως πάντα. Σαν  είδε τον Μαστραντώνης και τον πατέρα μου σοβαρούς να τον κοιτάνε με ύφος ερευνητικό και με κάποια αγωνία, κάτι θυμήθηκε, κάτι υποψιάστηκε και το χαμόγελό του έγινε πιο μεγάλο «Έλα βρε Κώστα του είπε ο πατέρας μου, τι είναι αυτά που λέει ο Μαστραντώνης; Σου έδωσα εγώ ένα σακκί αλεύρι για να ψηφίσεις το Βενιζέλο; Κι έδωσα σε όλους όσους ψηφίζουν το Βενιζέλο;»

«Έλα μωρέ ένα αστείο είπα» απάντησε ο Σκούφος κι έβαλε τα γέλια.

«Μωρέ αστείο ήταν αυτό που κοντέψαμε να παρεξηγηθούμε με τον Μαστραντώνη ύστερα από τόσων χρόνων φιλία;»

Κι αφού δόθηκαν όλες οι εξηγήσεις και το θέμα γύρισε στους λόγους  της αποτυχίας του Βενιζέλου ο Μαστραντώνης ρώτησε πόσο κάνει το σακκί το αλεύρι, έβγαλε αμέσως πλήρωσε και το θέμα έληξε εκεί.

 

Γρηγόρης Κωνσταντέλιας βιολί

Και τώρα το τελευταίο επεισόδιο.

Είπαμε ότι τον Μαστραντώνη τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν όλοι στο χωριό. Ένας όμως που τον θαύμαζε κυριολεκτικά κι έτρεχε από πίσω του και καθόταν όπου καθόταν και κείνος ήταν ο Γρηγόρης ο Κωσταντέλιας. Πρόσφυγας κι αυτός και μεγάλος μουσικός. Έπαιζε βιολί αλλά τι παίξιμο ήταν αυτό ;Το βιολί του κελαηδούσε, έκλεγε, αναστέναζε. Δεν ήταν απλό παίξιμο, δεν ήταν ήχος από χορδές, ήταν ήχος που έβγαινε από ανθρώπινα σπλάχνα, ήταν γέλιο, χαρά, κλάμα, αναστεναγμός ανθρώπινης καρδιάς. Αν ζούσε σήμερα θάταν περιζήτητος στα τηλεοπτικά κανάλια.

Αυτός λοιπόν ο φίλος του Μαστραντώνη έκανε ότι μπορούσε για να τον αναγκάζει να μιλά για οτιδήποτε για να τον ακούει. Πάντα όμως με σεβασμό κι ευγένεια χωρίς ποτέ να τον μειώνει ή να τον εκθέτει ή να τον θίγει. Μάλλον προσπαθούσε να τον εξυψώνει στα μάτια των άλλων. Και το επεισόδιο αυτό άρχισε αθώα κι εξελίχθηκε μετά. Έπιναν τον καφέ τους ένα απόγευμα στο καφενείο του Βράκα όταν κάποια στιγμή ήρθε η έμπνευση στον Κωσταντέλια να πει στον Μαστραντώνη

«Δεν πάμε δίπλα στο Στρογγύλη να πάρουμε δύο λαχεία του Στόλου να δούμε μπας και μας χαμογελάσει κι εμάς η τύχη και γλιτώσουμε τα βάσανα του χωριού. Βαρέθηκα ν ακούγω τα μαξούλια, θάχουμε δε θάχουμε. Να κερδίσουμε το λαχείο να πάμε σε καμμιά πόλη να ζήσουμε σαν άνθρωποι. (Η μανία της φυγής ήταν από τότε στο μυαλό όλων)

Ο Μαστραντώνης συμφώνησε. Μπήκαν στο μαγαζί του πατέρα μου κι αγόρασαν από ένα λαχείο. Πέντε δραχμές κόστιζε κι η κλήρωση γινόταν κάθε μήνα. Κι ο πρώτος αριθμός κέρδιζε 100.000 δρχ.


Καφενείο στο Παπάδο, ~1935 με τα γυαλιά Γρηγόρης Κωνσταντέλια, δεξιά Μιχαλάκης Ονυφριάδης, και τέρμα δεξιά ο Θεοφάνης Μουρόπουλος

Όταν γύρισαν στο καφενείο ο Γρ. Κωσταντέλιας έβγαλε ένα τεφτεράκι απ την τσέπη του κι είπε στο Μαστραντώνης «Δωσ’ μου το λαχείο να γράψω τον αριθμό στο τεφτεράκι μου μαζί με τον αριθμό του δικού μου και να τα φυλάξουμε στα σπίτια μας μην τα χάσουμε. Θα δούμε στην εφημερίδα άμα γίνει η κλήρωση αν κέρδισαν ή όχι»

Ο Μαστραντώνης έβγαλε το λαχείο και ο Γρ. Κωσταντέλιας έγραψε στο τεφτεράκι του και τους δύο αριθμούς.

Πέρασαν οι μέρες, έγινε η κλήρωση και οι δύο φίλοι έπιναν τον καφέ τους στο ίδιο καφενείο του Βράκα. Ήταν βράδυ κι είχαν ανάψει τα φώτα. Κάποια στιγμή, κάπως αδιάφορα ο Γρ. Κωσταντέλιας έπιασε από το διπλανό τραπέζι την εφημερίδα που είχε το καφενείο για τους πελάτες. Ήταν το «ΦΩΣ» που έβγαζε στη Μυτιλήνη ο Αθ. Γκράβαλης. Έριξε μια ματιά και πάλι κάπως αδιάφορα είπε «Έγινε η κλήρωση, να κι οι αριθμοί. Για να δούμε και τα δικά μας τα λαχεία. Όχι πως περιμένουμε να κερδίσουμε αλλά να μην πούμε μετά γιατί δεν τα είδαμε. Εμείς αν είχαμε τύχη θάμασταν τώρα στην πατρίδα μας ή σε κάποια πόλη».

Κι ενώ μιλούσε έβγαλε το τεφτεράκι του, το άνοιξε κι άρχισε να ψάχνει την εφημερίδα. Κάποια στιγμή έγειρε προς τα πίσω κι άρχισε να μιλά παραληρώντας.

«Παιδιά......Μαστραντώνη.......για δέστε εδώ.... για δέστε... για δέστε ο Μαστραντώνης κέρδισε τον πρώτο αριθμό... εκατό χιλιάδες....Κοιτάξτε ρε παιδιά.

Έτρεξαν μερικοί απ τα διπλανά τραπέζια κοίταξαν  την εφημερίδα και το τεφτεράκι του Γρ. Κωσταντέλιας και βεβαίωσαν όλοι ότι πράγματι ο αριθμός που ήταν γραμμένος στο τεφτεράκι ήταν αυτός που έγραφε η εφημερίδα πως κέρδισε τον πρώτο αριθμό.

Ο Μαστραντώνης ατάραχος ,ανέκφραστος, λες κι επρόκειτο για άλλον δεν έβγαλε λέξη. Όταν πια συνήλθε ο Γρ. Κωσταντέλιας είπε με έντονο ύφος και με κάποια αγωνία « Μαστραντώνης που είναι το λαχείο; Πού το έχεις;» «Στο μαγαζί στο συρτάρι» απάντησε εκείνος. « Έ τι κάθεσαι; Τρέξε φέρτο να δούμε αν είναι αλήθεια» είπε επιτακτικά ο Γρ. Κωσταντέλιας. Ο Μαστραντώνης σηκώθηκε αργά και επιβλητικά κι έφυγε για το μαγαζί του, ενώ όλοι στο καφενείο σχολίαζαν το μεγάλο αυτό γεγονός. Σε λίγο γύρισε ο Μαστραντώνης κρατώντας το λαχείο. Το παρέλαβαν με την εφημερίδα κι είδαν πράγματι ότι ήταν ο ίδιος αριθμός που κέρδισε το πρώτο λαχνό. Οπότε ο Γρ. Κωσταντέλιας διέταξε τον καφετζή. «Πάρε σαλάμια, παστουρμά, μορταντέλα, τυριά και φτιάξε μεζέδες και φέρε μας καραφάκια ούζο και βάλε το γραμμόφωνο να παίζει. Κι άρχισε το γλέντι κι οι χαρές. Κι αφού ήπιαν κι έφαγαν για καλά ο Γρ. Κωσταντέλιας είπε πάλι «Τι καθόμαστε, πάμε στη Μυτιλήνη να συνεχίσουμε το γλέντι μας στη ΦΕΜΙΝΑ και το πρωί που θα φέρει το βαπόρι στην τράπεζα τον επίσημο κατάλογο θα εισπράξει ο Μαστραντώνης τα λεφτά και γυρίζουμε. Έτσι Μαστραντώνη;»

Ο Μαστραντώνης συμφώνησε. Έστειλαν κάποιον να φωνάξει τον Μήτσο Αγγελή που είχε το πιο καινούργιο αυτοκίνητο κι επειδή δεν είχαν μετρητά για τη συνέχεια του γλεντιού στη ΦΕΜΙΝΑ έστειλαν και κάποιον άλλον στον Π. Μοσχόβη και του ζήτησαν να δώσει ένα πεντακοσάρικο για λογαριασμό του Μ. που κέρδισε τον πρώτο αριθμό του λαχείου.

Αφού τακτοποιήθησαν όλα μπήκαν πέντε άτομα στο αυτοκίνητο κι έφυγαν για τη Μυτιλήνη. Δεν θυμούμε ποιοί ήταν οι άλλοι τρείς της παρέας.

Πήγαν στη ΦΕΜΙΝΑ όπου ο Γρ.Κωσταντέλιας ήταν πολύ γνωστός γιατί έπαιζε στην ορχήστρα του κέντρου ορισμένες ημέρες της εβδομάδος, ήπιαν και κει, έφαγαν, τραγούδησαν, έκαναν παρέα με τις σερβιτόρες που είχε το μαγαζί, ώσπου ξημέρωσε. Πλήρωσαν και έφυγαν για το καφενείο του Γιαμουγιάννη στη προκυμαία. Εκεί ήπιαν καφέδες για να συνέλθουν απ το μεθύση και το ξενύχτη. Θα περίμεναν ως τις 10 η ώρα που θα ερχόταν το ΑΡΝΤΕΝΑ  (το πλοίο της γραμμής) να φέρει στην τράπεζα τον κατάλογο.

Κατά τις 9:30 ένας μικρός έφερε στο καφενείο τις τοπικές εφημερίδες. Ο Γρ. Κωσταντέλιας πήρε στα χέρια του το ΦΩΣ και διάβαζε. Κάποια στιγμή πέφτει πάλι πίσω στην καρέκλα και φωνάζει «Παιδιά.... παιδιά...για δέστε εδώ... για δέστε εδώ... βλέπω καλά... ή είναι απ το πιοτό» Κοιτάζουν και οι άλλοι και τι διαβάζουν!!!

Ο τίτλος ήταν « ΛΑΘΟΣ ΔΙΟΡΘΩΣΙΣ και η συνέχεια στο χθεσινό μας φύλλο εγράφει εκ παραδρομής ότι ο αριθμός τάδε κέρδισε τον Α΄Λαχνό του λαχείου του Στόλου. Πρόκειται για λάθος. Ο αριθμός αυτός δεν κέρδισε αλλά ο αριθμός τάδε είναι εκείνος που κερδίζει. Παρακαλούνται οι αναγνώστες μας να μας συγχωρέσουν.

 Πάγωσαν όλοι κι έμειναν σιωπηλοί κοιτώντας ο ένας τον άλλον. Ο Μαστραντώνης έκανε την συνηθισμένη του κίνηση, έβγαλε το πακέτο, το άνοιξε, πήρε ένα τσιγάρο, το άναψε, χωρίς να κάνει καμμιά γκριμάτσα, ατάραχος κι ανέκφραστος χωρίς να πει λέξη.

Κάποια στιγμή γύρισε προς τον Γρ.Κωσταντέλιας που καθόταν κι αυτός σιωπηλός και του είπε κάπως αυστηρά «Γρηγόρη, εσύ το έκανες αυτό;» Τι λες Μαστραντώνη πώς σκέφθηκες τέτοιο πράγμα. Εγώ να κάνω κάτι τέτοιο; Σ’ ορκίζομαι στην τιμή μου, στο βιολί μου, στο......»  Γρηγόρη ποιός το έκανε;» ξαναρώτησε ο Μαστραντώνης.

«Κανένας, κανένας Μαστραντώνη, μη σκέπτεσαι τέτοια πράγματα. Μόνο του έγινε. Αλλά μην στεναχωριέσαι, είμαστε πέντε άτομα που γλεντήσαμε. Θα λογαριάσουμε τα έξοδα όλα μέχρι δεκάρας και θα πληρώσει ο καθένας μας το ρεφενέ του. Θα τα διαιρέσουμε εις πέντε. Ε και τι έγινε; Αυτό το λάθος ήταν αφορμή να κάνουμε κι εμείς ένα καλό γλέντι. Δεν είμαστε και μεις άνθρωποι; Όλο δουλειά και στεναχώριες Άϊντε πια. Το ρίξαμε και μεις μια μέρα έξου. Ε και τι έγινε; Δεν είμαστε παντοτινοί όλα εδώ θα μείνουν.......» Είπε κι άλλα ο Γρ. Κ. ώσπου ο Μαστραντώνης σηκώθηκε και είπε «Πάμε».

Γύρισαν στο χωριό σαν βρεγμένες γάτες. Σιγά –σιγά ξεχάστηκε κι αυτή η περιπέτεια.

Τώρα τι είχε συμβεί; Ο Γρ.Κωσταντέλιας στη ΦΕΜΙΝΑ που έπαιζε γνωρίστηκε με τον Αθ. Γράβαλη ιδιοκτήτη- διευθυντή της εφημερίδας ΦΩΣ. Πρόσφυγας κι αυτός απ το Αϊβαλί, μεγάλος πότης και γλετζές. Μάλιστα το θυμάμαι που ήρθε μια χρονιά σε προεκλογική περίοδο μαζί με τους υποψηφίους βουλευτές του κόμματος του Γεωργίου Κονδύλη. Ήταν κι αυτός υποψήφιος στον συνδυασμό Λέσβου. Είχαν καθίσει όλοι στο Χαζνέ στη Πέρα- Βρύση, μπροστά σ ένα τραπέζι γεμάτο ποτήρια ούζου και μεζέδες κι ένας- ένας έβγαζαν λόγο ενώ οι υπόλοιποι έπιναν. Όταν μίλησε ο Αθ. Γκράβαλης με μια φωνή βραχνή ενώ ήταν τύφλα στο μεθύσι, τελειώνοντας είπε: « Εμένα Να κι αν με ψηφίσετε, Να κι αν δεν με ψηφίσετε» Και ανεβοκατέβασε τη δεξιά του παλάμη ανάμεσα στα σκέλια του.

Μ’ αυτόν λοιπόν τα κανόνισε ο Γρ.Κωσταντέλιας κι έφτιαξαν αυτή τη φάρσα.

Τώρα πια που όλοι τους έφυγαν απ αυτόν τον κόσμο εδώ και χρόνια και λίγοι θα ζουν απ αυτούς που τους γνώρισαν, ας γίνει τούτη η διήγηση μου αιτία γι αυτούς που τους γνώρισαν να τους θυμηθούν, για δε τους νεώτερους που δεν τους πρόφτασαν ας γίνει μια νοερή γνωριμία για να διαπιστώσουν ότι και οι παππούδες τους και πρόπαππούδες τους, αν και δεν είχαν καμμιά μόρφωση κι ήταν εντελώς αγράμματοι οι περισσότεροι, διέθεταν πνεύμα και χιούμορ. 

Saturday, 18 May 2019

Ο Μαστρανώνης - Φώτη Εμμ. Στρογγύλη


Απόσπασμα από το βιβλίο του Φώτη Εμμ. Στρογγύλη

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ ΑΣΗΜΩΝ ΑΝΔΡΩΝ


(Σκοπελιανές Ιστορίες)

Ο Μαστραντώνης ήταν ένας από τους πολλούς τσαγκαράδες του χωριού μας. Λέγω πολλούς γιατί πράγματι ήταν πολλοί. Βλέπετε εκείνα τα χρόνια (προ του 1950) στα χωριά μας δεν υπήρχαν έτοιμα παπούτσια κι οι ντόπιοι τσαγκαράδες έφτιαχναν και καινούργια για όλους μας. Έπειτα, τότε περπατούσαμε όλοι πολύ. Δρόμοι δεν υπήρχαν και μάλιστα με άσφαλτο. Εκτός από τον καροτσόδρομο του Περάματος και τον άλλον του Πλωμαρίου- Μυτιλήνης οι υπόλοιποι δρόμοι ήταν, του μεν χωριού ντουσεμέδες των δε εξοχών και του κάμπου, στενοί χωματόδρομοι και μονοπάτια. Κι αν το πρωί πηγαίναμε στα κτήματα καβάλα στο γάϊδαρο, το βράδυ γυρίζαμε με τα πόδια γιατί τον γάϊδαρο το φορτώναμε εληές ή ξύλα ή κλαδιά. Αλλά και στο γάϊδαρο καβαλίκευε ο μεγαλύτερος της οικογενείας. Οι υπόλοιποι ποδαρόδρομο.
Έτσι παλιώναμε πολλά παπούτσια. Κι οι τσαγκαράδες κάθε τόσο τα περνούσαν σόλες και τακούνια και έβαζαν και καρφιά πάνω στις σόλες για να κρατήσουν περισσότερο. Τα μπάλωναν ακόμη και απ το πάνω μέρος. Γι αυτό όλοι τους είχαν πολλές δουλειές και καλό εισόδημα κι ήταν από τις ευπορότερες τάξεις του χωριού. Όλοι τους καλοί νοικοκυραίοι. Ας είναι. Ήταν λοιπόν ο Μαστραντώνης ένας από τους τσαγκαράδες του χωριού. Κατάγετο από την Σμύρνη κι είχε έλθει πρόσφυγας με την οικογένεια του.
Μετρίου αναστήματος, με λεπτό αλλά γεροδεμένο σώμα, δεν είχε τίποτε το εντυπωσιακό. Το πρόσωπο του κοκαλιάρικο με κάπως μεγάλη μύτη κοκαλιάρικη κι αυτή, συμμετρική όμως, ευθεία. Το μουστάκι του, πυρόξανθο και παχύ, εξείχε απ τις άκρες του προσώπου του και κατέληγε στριφτό λεβέντικο. Ο Μαστραντώνης όμως είχε άλλες χάρες και ξεχώριζε απ τους άλλους συγχωριανούς μας. Πρώτα- πρώτα μιλούσε σμυρναίϊκα. Δηλαδή δεν έτρωγε, σαν εμάς, τα φωνήεντα. Εκτός όμως απ’ αυτό είχε μεγάλη ευφράδεια. Μιλούσε με ωραίο και σωστό συντακτικό (που θα το ζήλευαν πολλοί σημερινοί άνθρωποι των γραμμάτων) χωρίς ααα και ουουου ή διαλείμματα ή κενά μικρής ή μεγάλης διάρκειας. Κι η φωνή του ζεστή κι αρμονική, πρόσφερε σ’όποιον τον άκουγε μια ξεχωριστή απόλαυση. Όταν διηγιόταν κάποια γεγονότα που έλεγε πως τα έζησε ο ίδιος, όλοι έτρεχαν να τον ακούσουν. Τις περισσότερες φορές τα λόγια του ήταν σκωπτικά. Δεν κατηγορούσε κανέναν αλλά τον έλεγχε με χιούμορ και με ειρωνεία. Ποτέ δεν γελούσε. Δεν τον είχα δει ποτέ να γελάει. Τελείωνε την ομιλία του ή το κωμικό μέρος αυτής ανέκφραστος ενώ οι άλλοι ξεσπούσαν σε γέλια κι επιδοκιμασίες.
Την ώρα που εργαζόταν φορούσε ρούχα παλιά και μια τραγιάσκα στο κεφάλι. Το βράδυ όμως όταν έκλεινε το μαγαζί του και πήγαινε στο καφενείο έβαζε επίσημο κουστούμι, κι αν ήταν χειμώνας έριχνε στις πλάτες του ένα παλτό χοντρό και φορούσε ρεμπούμπλικο. Πολύ κομψός και επίσημος.
Το χόμπυ του ή μάλλον το πάθος του ήταν το τάβλι. Εθεωρείτο ο καλλίτερος ταβλιαδόρος του χωριού. Έπαιζε με πολλή τέχνη, με αυτοκυριαρχία, με ψυχραιμία. Ήρεμος και ατάραχος εδέχετο τις αναποδιές του ζαριού και ούτε πανηγύριζε στην καλή ζαριά ούτε παραπονιόταν στην κακή. Κι είτε έχανε, είτε κέρδιζε την παρτίδα δεν έλεγε λέξη. Έκλεινε το τάβλι, άνοιγε το πακέτο τα τσιγάρα, άναβε ένα τσιγάρο και το κάπνιζε με πάθος. Ούτε σχόλια και ειρωνείες αν κέρδιζε, ούτε δικαιολογίες αν έχανε. Οι άλλοι όμως που παρακολουθούσαν την παρτίδα χαλούσαν τον κόσμο με τις κριτικές τους. Και δεν ήσαν λίγοι. Όποτε έπαιζε τάβλι ο Μαστραντώνης γέμιζαν οι καρέκλες γύρω του ενώ άλλοι τόσοι παρακολουθούσαν όρθιοι. Έναν τέτοιον άνθρωπο δεν μπορούσαν οι συγχωριανοί μου να μην τον εκμεταλλευτούν. Δηλαδή να τον χρησιμοποιήσουν για την ψυχαγωγία τους, όπως γινόταν και με όλους γενικώς.
Δεν υπήρχε τηλεόραση, ούτε κινηματογράφος, ούτε ραδιόφωνο. (εδώ μιλώ για την προ του 1940 περίοδο) Μονάχα όποτε ερχόταν ο Στρατηγός με τον θίασο του-τότε υπήρχε θέατρο τον χειμώνα στα χωριά μας.
Γι αυτό πείραζε ο ένας τον άλλον, κάνανε φάρσες μεταξύ τους και προκαλούσαν κωμικά επεισόδια για να σπάει η ρουτίνα κι η μονοτονία της ζωής του χωριού. Όσο δε ποιό πικάντικη ήταν η φάρσα τόσο και ποιο διασκεδαστική θα ήταν κι η αντίδραση. Φυσικά αυτά γι αυτούς που τα σήκωναν και τα δεχόταν και είχαν και οικειότητα μεταξύ των, γιατί αλλιώς θα γινόταν το αντίθετο. Καυγάδες, δικαστήρια κι άλλα πολλά.
Τον Μαστραντώνης λοιπόν προσπαθούσαν οι πολύ φίλοι του να τον προκαλούν με αθώο αλλά πονηρό τρόπο για να τον κάνουν να αντιδρά με τον γνωστό του σκωπτικό και σατυρικό λόγο.
Θα αναφέρω τρεις τέτοιες περιπτώσεις που κι είναι διασκεδαστικές και έχουν αρκετό χιούμορ. Πριν όμως απ αυτές να ιστορίσω και μια δική μου εμπειρία που με έκανε να γνωρίσω από κοντά τον Μαστραντώνη και να σχηματίσω την γνώμη μου γι αυτόν.

Είχε τελειώσει πριν λίγους μήνες ο πόλεμος αλλά οι συνέπειες του ακόμη δεν είχαν επουλωθεί. Άλλωστε αυτό κράτησε χρόνια.
Έτσι για να πάμε στη Μυτιλήνη έπρεπε να κατεβούμε με τα πόδια στο Πέραμα, να περάσουμε στη Κουντουριδιά με τη βάρκα ή στο Ακόθ αν ο καιρός ήταν καλός. Οι βάρκες ήταν τότε μικρές και πήγαιναν μόνο με το πανί. Τα αυτοκίνητα είχαν πάει στην Αλβανία και δεν ξαναγύρισαν.
Υπήρχε όμως μια περίπτωση να πάει κανείς στην Μυτιλήνη ξεκούραστα και ανέξοδα. Ερχόταν τότε στα χωριά αυτοκίνητα φορτηγά των άγγλων που φέρναν τρόφιμα για διανομή. Κι υπήρχε εντολή να παίρνουν μέχρι 4 άτομα δωρεάν για τη Μυτιλήνη. Μαθαίναμε λοιπόν απ’ το γραφείο της κοινότητας πότε θα έρθουν τέτοια αυτοκίνητα και προγραμματίζαμε το ταξίδι. Γιατί τότε ήταν ταξίδι να πας το πρωί στη Μυτιλήνη και να γυρίσεις το απόγευμα. Όσοι σε έβλεπαν όταν γύριζες σου ’λέγαν
«καλώς –όρισες». Είχα μάθει κάποιο βράδυ ότι την άλλη μέρα θα πήγαιναν στα χωριά του Πλωμαρίου απ’ αυτά τα αυτοκίνητα και πρωί- πρωί κατέβηκα στο
Παπάδο για να προσπαθήσω να πάγω στη Μυτιλήνη μ’ αυτά. Εκεί είδα μπροστά στο Σπλέντιτ γύρω στα 20 άτομα να περιμένουν. Μερικοί απ αυτούς μάλιστα είχαν και πολλά πράγματα μαζί τους. Δοχεία λάδι, μπόγους κ.λπ.
Πράγματι πέρασαν αυτοκίνητα αλλά μόνον δύο. Τότε σκέφθηκα πως θα γινόταν ανταγωνισμός ποιός θα προλάβει και θα πρωτοαναιβεί σ αυτά. Είδα μέσα σ αυτούς που περίμεναν και τον Μαστραντώνη. Τον φωνάζω μακριά απ’ τους άλλους και του λέγω «είναι αμφίβολο αν θα προλάβουμε να είμαστε μέσα στους 8 τυχερούς γι αυτό προτείνω να πάμε στο Ντουραχάνι κρυφά απ τους άλλους να σταματήσουμε εκεί τα αυτοκίνητα να μας πάρουν». Το βρήκε σωστό και έξυπνο και λίγο πονηρά ξεκινήσαμε για το Ντουραχάνι, δήθεν πως κάνουμε βόλτες.
Άμα φθάσαμε εκεί σκεφθήκαμε πως θα ναι καλλίτερα να πάμε προς το γεφύρι στο δρόμο του Σκοπέλου. Πράγματι πήγαμε και καθίσαμε εκεί και περιμέναμε.
Στο διάστημα αυτό μούλεγε διάφορες ιστορίες απ τη ζωή του. Μετά μια περίπου ώρα γύριζαν άδεια τα δύο αυτοκίνητα. Τους κάναμε σινιάλο με τα χέρια και φωνάζαμε να σταθούν αλλ’ αυτοί είχαν πατήσει γκάζι νανεβούν την ανηφορίτσα του γεφυριού και πέρασαν γρήγορα από μπροστά μας χωρίς να σταματήσουν. Τρέξαμε λίγο από πίσω μέχρι το εργοστάσιο αλλά δεν έγινε τίποτε. Δεν σταμάτησαν. Τότε αποφασίσαμε να πάμε στη Μυτιλήνη μέσω Περάματος περπατώντας. Ξεκινήσαμε και σ’ όλο το δρόμο μου διηγιόταν περιπέτειες της ζωής του.
Ήταν μου’πε αντάρτης στο Τσάκιτζη, αντάρτης με τον Παύλο Μελά στη Μακεδονία, πήγε στην Αμερική για μερικά χρόνια και εκεί είδε τους γαϊδάρους να τους έχουν στα μουσεία (!) Μου είπε ότι γνώρισε τον Θεόφιλο Καΐρη που ήταν όπως μου είπε ένα καλογεράκι πολύ μορφωμένο, αλλά τα έφτιαξε με μια γυναίκα και τον τιμώρησαν οι δεσποτάδες και τον έριξαν σ ένα λάκκο με ασβέστη και εκεί τον σκέπασαν.
Κι άλλα που έδειχναν ότι δεν ήταν μορφωμένος και όσα ήξερε εκτός απ αυτά που έζησε τα είχε ακούσει απ άλλους, οι οποίοι τα διαστρέβλωναν. Μπορεί κι ο ίδιος να τα ανακάτευε μες το μυαλό του. Όμως το σημαντικό είναι αυτό που μου είπε για τον εαυτό του και που έχει αξία σαν ατομικό του γεγονός και σαν ένα διαιωνιζόμενο πρόβλημα του ανθρώπου.
Όταν του ζήτησα να με συγχωρέσει για την πολλή μου «εξυπνάδα» που τον παρέσυρε και κείνον και καταλήξαμε να πάμε με τα πόδια στη Μυτιλήνη μου είπε «Μη στεναχωριέσαι η σκέψη σου ήταν σωστή, αλλά να ξέρεις πως στη ζωή δεν στέφονται με επιτυχία ούτε οι καλές ούτε οι λογικές σκέψεις και προθέσεις. Πολλές φορές ενάντια στη λογική, επιτυγχάνουν οι κουτές και οι παράλογες.
Και να τι έπαθα εγώ όταν ενήργησα με τη λογική.
Ήμουν στο Γ΄ Σώμα του στρατηγού Ν. Τρικούπη όταν έσπασε τον Αύγουστο του’22 το μέτωπο στη Μ. Ασία. Μας έπιασαν οι τούρκοι αιχμάλωτους και μας είχαν σε ένα στρατόπεδο έξω απ το Αϊδίνι.
Ένα μεσημέρι, αφού πήραμε το συσσίτιο, ο τσαούσης μας είπε: Όσοι από σας είναι μικρασιάτες κι έχετε μάθει για τις οικογένειες σας που έφυγαν στην Ελλάδα πού βρίσκονται να έλθετε στο γραφείο αφού φάτε, να το δηλώσετε. Εγώ αφού έφαγα, πήγα κάτω από ένα δενδράκι, έβγαλα το δίκοχο, το έβαλα πλάϊ μου κι άρχισα να σκέπτομαι. Ο τσαούσης μας ρώτησε αν ξέρουμε πού πήγαν οι οικογένειες μας. Γιατί ρωτάει; Αυτός είναι τούρκος, είναι εχθρός μας, δεν θέλει το καλό μας. Μήπως θέλει να μάθει αν έχουμε κάποιον σύνδεσμο και μας φέρνει ειδήσεις ή μήπως ψάχνουν για κατασκόπους και κάτι τέτοια. Δεν πρέπει να πάγω να πω τίποτα, αν και είχα μάθει από κάποιους νέους αιχμαλώτους που φέραν απ’ τη Σμύρνη, πως οι δικοί μου φύγαν μ ένα καΐκι για τη Μυτιλήνη. Δεν πήγα λοιπόν να δηλώσω τίποτε.
Είδα κάτι άλλα παιδιά που πήγαν και δήλωσαν. Το πρωί μετά το ρόφημα βγήκε ο τσαούσης και είπε «όσοι από σας δήλωσαν χθες πως ξέρουν πού πήγαν οι οικογένειες τους να έρθουν εδώ μπροστά.» Βγήκαν πράγματι αρκετοί. Τους είδα και τους λυπήθηκα. Πάνε, σκέφθηκα, χαμένοι. Τι ξύλο που θα φάνε για να μαρτυρήσουν το από πού έμαθαν κ.λ.π.
Όμως ο τσαούσης, τους είπε. «Πηγαίνετε ετοιμάστε τα πράγματα σας γιατί σε μια ώρα θα φύγετε για τη Σμύρνη απ’ όπου θα σας στείλουν στις οικογένειες σας»
Έτσι αυτοί έφυγαν και εμάς μας μετέφεραν στην Αλεξανδρέτα κοντά στη Συρία σε άλλο στρατόπεδο όπου μείναμε δύο περίπου χρόνια και ανταλλαγήκαμε μετά την συνθήκη της Λωζάνης, το 1924.
Γι αυτό μην στεναχωριέσαι. Το σημερινό μας πάθημα ήταν πολύ μικρό μπροστά σε κείνο.
Η συνέχεια στο επόμενο φύλλο...

Sunday, 25 March 2018

Στρατής Αξιώτης


Στρατής Αξιώτης
Μια μεγάλη καλλιτεχνική μορφή της Γέρας

Γεννήθηκε στο Σκόπελο της Λέσβου το 1907. Στο χωριό με την ατελείωτη φύτρα ζωγράφων. Νεαρός ακόμα ζωγράφιζε εικόνες και είχε ένα μικρό ατελιέ στο χωριό του (1925). Βοήθησε τον ζωγράφο Γαβαλά και αρκετές αγιογραφίες έχουν τις πινελιές του. Μαθήτευσε κοντά στον Παπαλουκά όταν αυτός επισκέφθηκε και έμεινε στη Λέσβο για κάποιο χρονικό διάστημα. Το 1928 έχει μικρό ατελιέ στη Μυτιλήνη όπου φτιάχνει αγιογραφίες. Είναι το μικρότερο από τα 6 παιδιά. Το 1929 με τη βοήθεια της Κοινότητας του χωριού του αποφασίζει να κατέβει στην Αθήνα όπου και γράφεται στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Κοντά σε δασκάλους όπως ο Ου. Αργυρός, ο Σπύρος Βικάτος και ο συμπατριώτης τους Ιακωβίδης ολοκληρώνει τις σπουδές του κερδίζοντας με το ταλέντο του ένα χρόνο (από επτά, έξη χρόνια). Διδάσκεται από τον Κεφαληνό χαρακτική και αποφοιτά το 1935. Αρχίζει μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από το μουντό χρώμα του λιμανιού του Πειραιά. Αριστουργήματα σε λάδι βρίσκονται σε όλα τα υπουργεία, στις πινακοθήκες του Δήμου Πειραιώς. Εθνική και Δημοτική Αθηναίων σε μεγάλες ιδιωτικές συλλογές (Χωρέλης κτλ.) και σε πληθώρα σπιτιών. Συγχρόνως διδάσκει τεχνικά σε Γυμνάσια και Σχολές.
Έχει αποσπάσει γι αυτή την περίοδο κριτικές αξιόλογες (όπως του Παπαντωνίου, Μυριβήλη κ.α.) Εξπρεσιονιστής, ανήκει στην ομάδα των «Ελεύθερων καλλιτεχνών». Αυτή την εποχή το λιμάνι βρίσκει τον ζωγράφο του. Αντιπροσωπευτικό του το έργο που υπάρχει στην ιστορία του Μαρκεζίνη (από την πινακοθήκη του Δήμου Πειραιά).
Συγχρόνως επιδίδεται στην ακουαρέλα, πολύ αγαπητή του τεχνική που τη δουλεύει ως τώρα ακόμη στα 78 του χρόνια.
Μετά τον πόλεμο, 40 πια χρονών έρχεται και εγκαθίσταται στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Παντρεύεται εδώ και αρχίζει να ασχολείται με το Λεσβιακό Φως που όπως συνηθίζει να λέει είναι εκτυφλωτικό, διάχυτο και εξαϋλώνει τα αντικείμενα. Αρχίζει η δεύτερη περίοδος. Το χρώμα τώρα παίζει με το φως. Φτιάχνει την εληά, το καλντερίμι, την ψαρόβαρκα, το πεύκο. Είναι παραγωγικότατος. Προβάλλει το νησί παντού με τα έργα του: η Αγιάσσος, οι Πύργοι, στο Ακλειδιού, ψαρολίμανα, φουρτουνιασμένες ακρογιαλιές του νησιού, τα ξωκλήσια, παίζουν στα έργα του με την ελεύθερη πινελιά και δίνουν σύνολα αισθητικής τελειότητας. Στη Μυτιλήνη διδάσκει στη Παιδαγωγική Ακαδημία και στο Β’ Γυμνάσιο. Πάρα πολλές εκκλησίες έχουν τις αγιογραφίες του (Αγ. Μαγδαληνή Σκοπέλου, Αγ. Παντελεήμων Περάματος κ.α.) Συνολικά έχει εκθέσει σαράντα επτά φορές. Από αυτές αρκετές είναι ατομικές από τις οποίες οι 9 στη Μυτιλήνη. Έξη από αυτές είναι διεθνείς (Λειψία 1934, Κάϊρο και Στοκλόλμη 1947, Πράγα). Στις πανελλήνιες εκθέσεις έργα του μπαίνουν χωρίς κριτική τιμής εννοούν. Στη χαρακτική έδωσε χαρακτηριστικά έργα με θέματα από τη θάλασσα (ψαράδες).
Δεξιοτέχνης στη φουρτουνιασμένη θάλασσα καθιερώνεται σαν «θαλασσογράφος». Σ’αυτό το νησί που τόσο αγάπησε και τόσο μελέτησε ζωγράφιζε ακόμη και γι αυτό απαρνήθηκε κάποτε και τη θέση του Καθηγητή στο Πολυτεχνείο όταν τον κάλεσαν να την αναλάβει.

Μάκης Αξιώτης
Μυτιλήνη 10/10/86

Wednesday, 21 March 2018

Γιώργος Πέρρος


ΠΕΡΡΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
Σκόπελο Λέσβου 1948-6/3/2011. Παρακολούθησε μαθήματα στην ΑΣΚΤ και συνέχισε με ελεύθερες σπουδές. Στα θέματά του τοπιογραφίες και νεκρές φύσεις ακολουθεί ρεαλιστικό λεξιλόγιο και αποδίδει τα τοπία ποιητικά. Έχει πραγματοποιήσει πολλές ατομικές εκθέσεις στη Μυτιλήνη, 1978, 1979, 1981, 1983, 1985, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη 1982, 1988, στο Παρίσι 1988, στο Λονδίνο 1989, Ελσίνκι 2002, και πήρε μέρος σε ομαδικές εκθέσεις (Παρίσι 1987, 1988,1989, 1990, 1991). Έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη Αθηνών, στην Π.Δ. Μυτιλήνης, στο Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Α.Π.Θ., στην Αγροτική Τράπεζα κ.αλ. Είναι μέλος του ΕΕΓΕ.

Βίντεο με τον ζωγράφο Γιώργο Πέρρο 
https://vimeo.com/43151603


ΤΟΥ ΚΟΥΣΤΕΛ(Ι) ΤΟΥ ΤΣΙΡΑΚΕΛ(Ι)

ΤΟΥ ΚΟΥΣΤΕΛ(Ι) ΤΟΥ ΤΣΙΡΑΚΕΛ(Ι)
Στέλιος Ευαγγελινός

Του Κουστέλ(ι) ανάβγ(ι) τσιγάρου
απί τ' Ρίζου του τσακμάκ
είνι άκακου αρνίου
τσ' ας τουν θιουρούν αχμάκ.

'Σ τ' ζέστ' αυτός φόργι πατατούκα
τσί'ς του χιών(ι) γιο φανιλάκ(ι)
είχι πάντα θκιά τ' παντιγιέρα
τσι'ς τ'γκαρεγιά πουτέ φαρμάκ(ι)

Τώρα τιλιφταία πγιάσι
καφιδέλ(ι) τσι τσιγαρέλ(ι)
τσ' ήθιλι να τουν φουνάζουν
του κουστέλ(ι) του τσιρακέλ

Κάπουτι ήνταν σνα τ' λίτρα
τώρα γίν(ι)τει σκιλιτός
τουν ιλ(ι)πούμ' μα τουν Δία
σ' ούλ(ι) μας είν' αγαπητός

Περιοδικό Γέρα
Ιαν.1990 τεύχος 27




Wednesday, 22 January 2014

Η απελευθέρωση της Γέρας το Νοέμβρη του 1912



Η απελευθέρωση της Γέρας το Νοέμβρη του 1912, μέσα από σημειώσεις του Γεωργίου Κουντουρά, πατέρα του Μίλτου Κουντουρά.

Στο προσωπικό αρχείο του Μίλτου Κουντουρά, συμπεριλαμβάνονται και σημειώσεις του πατέρα του, Γεωργίου Κουντουρά, με αναφορές στον γιό του Μιλτιάδη και ορισμένα σχόλια  για κάποια γεγονότα που επηρέασαν τότε τη ζωή τους.  Ένα απόσπασμα από αυτές τις σημειώσεις όπου περιγράφεται η απελευθέρωση της Λέσβου από την τουρκοκρατία, δημοσιεύει σήμερα η κα Ευαγγελία Καπετάνου, η οποία ασχολείται επί σειρά ετών με τον Μίλτο Κουντουρά και το έργο του και η οποία επέλεξε και επιμελήθηκε αυτό το κείμενο, όπως και όλα τα ημερολόγια του Μίλτου Κουντουρά. 



Ο Γεώργιος Κουντουράς


1912     Σεπτέμβριος       1 – 30


Ο μήνας ούτος επέρασε με αρκετάς ζέστας με ανέμους και με ολίγας ψυχρίτσας, η πρώτη βροχή και μάλιστα αρκετά πολλή έγινε εις τας δύο του μηνός, εις τα χωρία φαίνεται να έγινε πολύ περισσότερη η βροχή διότι περί λύχνων αφάς κατέβηκεν ο ποταμός εις Καρυαίς αρκετά μεγάλος και διετηρήθη επί πολλάς ώρας. Αι ολίγαι ελέαι που εφαίνοντο εχάλασαν, εσκουλίκιασαν.
Ο πολιτικός ορίζων θολούται όσον πάγει, η Ιταλοτουρκική  έρις όσο και αν λέγεται λήγει
οσονούπω,  αλλά τίποτε, εκτός δε τούτου πολλά  λέγονται, διαδίδεται περί συμμαχίας Βαλκανικής δηλαδή συμμαχίας Ελληνοβουλγαροσερβομαυροβουνιοτικής κατά της Τουρκίας, ώστε η κατάστασις δεινούται ως επί το πλείστον.
Σήμερον 27 του μηνός το Μαυροβούνιον  εκήρυξε  τον πόλεμον κατά της Τουρκίας, αι εχθροπραξίαι ήρχησαν λέγεται δε ότι Βουλγαρία Ελλάς και Σερβία οσονούπω κηρύττουν τον πόλεμον. Λοιπόν συνεπεία όλων τούτων εβιάσθημεν άπαντες να αναχωρήσωμεν από τον Κάμπον, φοβούμενοι μη ευρεθώμεν προ απροόπτων γεγονότων, ούτω λοιπόν εις τας 30 του μηνός εσυνοπήραμεν και ημείς εις το χωρίον, δια να περιμένομεν τι θα συμβεί, οι Τούρκοι κατερεθισμένοι εναντίον μας, αν και δεν αποδείχνουν. 

1912  Οκτώβριος   1 – 31
Ο μήνας ούτος παρήλθεν με καρδιοκτύπια, ο πόλεμος Βουλγαρίας και Σερβίας εκηρύχθη
εις τας τρεις του μηνός και εις τας πέντε και της Ελλάδος, είθε ο ύψιστος να ευοδώση τα όπλα αυτών προς απελευθέρωσίν μας.
Ο καιρός ως επί το πλείστον νότιοι υπερισχύουν, αι πρώται βροχαί ήρχησαν κατά τας 18 – 20 αρκετά ικανοποιητικαί, αι ελέαι είπομεν ότι εχάλασαν τας συνάζομεν κουρούκια, αλλά τας περισσοτέρας τας κλέπτουν, μεγάλη αναρχία, αλλά ποίος έχει καιρόν να κυττάζει τίποτε, η σεβαστή αυτοκρατορική κυβέρνησις δεν έχει καιρόν ούτε να φάγει, την φθάνει το καζίκι που έχει εις τον πισινόν της, τα συμμαχικά όπλα θριαμβεύουν, μεγάλαι μάχαι και μεγάλαι νίκαι των συμμάχων, η Ελλάς μας θριαμβεύει, αποπλύνει τον ρύπον του 1897, προχωρεί εις το τουρκικόν γιγαντιαίοις βήμασι, επίσης και τα άλλα τρία σύμμαχα στρατεύματα. Πολλά διαδίδονται περί κατοχής της Μυτιλήνης, αλλά ουδέν θετικόν, αι εφημερίδες πλέον φανερά κηρύττουν τας νίκας των συμμάχων, ο ελληνικός στόλος κυριαρχεί του Αιγαίου, ο τουρκικός στόλος κάθηται κλεισμένος εντός των Δαρδανελίων, οι Τούρκοι της Γέρας, αν και αι εφημερίδες τους τα κρύπτουν, αλλά τα γνωρίζουν όλα τους τα λέγομεν δε και ημείς, διότι δεν τους φοβούμεθα πλέον, πήραμεν αέρα, λέγουν δε ότι έστειλαν είδησιν εκ Μυτιλήνης εις την ελληνικήν κυβέρνησιν όπως έλθη και καταλάβη την Μυτιλήνην.
Κατά τας 26 του μηνός συνέβη εις Πλωμάριον εν επεισόδιον, ένας Πλωμαρίτης ηθέλησε να εμποδίσει Τούρκον στρατιώτην να πάγει μέσα εις το σχολείον, λοιπόν του εκόστισε την ζωήν του Πλωμαρίτου επληγώθη δε και ένας στρατιώτης, αυτό έγινεν αφορμή να στείλη ο καιμακάμης Πλωμαρίου όσους στρατιώτας τούρκους και αν είχε εις Γέραν και να πάρη εκει τους Γεραγώτας, φοβούμενος μεγαλύτερα. Διότι οι Πλωμαρίται όλοι οπλίσθησαν και ζητούσαν να κτυπήσουν τους τούρκους, και μάλιστα διεδόθη ότι ήθελαν να υποκινήσουν ταραχάς όπως εξαναγκάσουν τον ελληνικόν στόλον εκόντα άκοντα να κάμουν απόβασιν, αμέσως δε μετά το επεισόδιον αυτό οι Πλωμαρίται έστειλαν επιτροπάς εις Αθήνας και εις Λήμνον όπου ναυλοχούσεν ο Ελληνικος στόλος, και παρακαλούσαν αυτόν να έλθη να καταλάβη την νήσον. Τώρα κανείς δεν γνωρίζει τι θα γίνει το βέβαιον όμως είναι ότι καθημερινώς περιπολούν ελληνικά πλοία. Ο θεός βοηθός. Η Ιταλία έκλεισε την ειρήνην με την Τουρκίαν, αλλά οι περί την Τρίπολιν Άραβες πολεμούν ακόμη.

1912  Νοέμβριος  1 - 30   

Ο Μήνας ούτος ο ευλογημένος, ο μήνας ούτος ο αλησμόνητος, που μας έφερεν την ελευθερίαν, που μας ελευθέρωσεν από τον βάρβαρον τουρκικόν ζυγόν, ζυγόν πέντε αιώνων, επέρασεν με αρκετάς βροχάς, και με ολίγα κρύα. Ιδού ολίγαι διασαφήσεις περί της καταλήψεως της νήσου μας.
Από τας πέντε Νοεμβρίου μας ήρχοντο διάφοραι ειδήσεις ευχάρισται, δηλαδή ότι ο ελληνικός στόλος περιέπλεεν την νήσον μας. Εις τας 7 μας έφεραν ειδήσεις ότι 4 – 5 πλοία εφάνησαν εις το Πλωμάρι, και μάλιστα ότι προσεκάλεσαν  μερικούς εκ Πλωμαρίου και ομίλησαν, το τι είπον άγνωστον. Άμα εξημέρωσε η ογδόη Νοεμβρίου, ημέρα Πέμπτη της εβδομάδος και μνήμη των Ταξιαρχών, πανήγυρις Παπάδου, λοιπόν άμα εξημέρωσεν η αλησμόνητος αύτη ημέρα, ήλθον μερικοί άνθρωποι από τας εξοχάς, και μας είπον ότι περί τα 15 πλοία εφάνησαν, ερχόμενα από το μέρος του Πλωμαρίου και επήγαιναν κατά την Μυτιλήνην, όταν εβγήκαμεν εκ της εκκλησίας και επήγαμεν εις το καφενείον, λέγω βρε παιδιά σήμερον κάτι θα συμβεί κάτι έχομεν να ακούσωμεν, αλλά είθε να είναι προς καλόν μας.
Αρχίσαμεν να παίζωμεν τάβλι. Μόλις δε παρήλθον πέντε λεπτά, έρχονται από το Διοικητήριον  και μας προσκαλούν, όλους τους προκρίτους Χριστιανούς και Τούρκους, εκεί λοιπόν μας λέγει ο Μουδίρης Τούρκος τις Χασάνης ονομαζόμενος, Κύριοι,έλαβον τηλεγράφημα από την πρωτεύουσαν, ελληνικά πολεμικά πλοία ήλθον και κατέλαβον την Μυτιλήνην, ημείς ακούσαντες τούτο ολίγον έλειψε να τρελλαθώμεν, οι δε Τούρκοι εσκυθρώπιασαν, με τας κεφαλάς κάτω, ημείς όμως εκρατήθημεν, και απαντήσαμεν εις τον Μουδίρην πολύ πιθανόν να ήλθον ελληνικά πλοία και να φύγουν πάλιν Τι λέγετε, μας απαντά βρε παιδιά, η Μυτιλήνη κατελήφθη, τελείως, ο τουρκικός στρατός έφυγεν εις το εν Κλαπάδω στρατόπεδον και εκεί θα αντισταθή, μοι τηλεγραφούν δε να στείλω και απ’ εδώ όσος στρατός υπάρχει, καθώς και του Πλωμαρίου, να πηγαίνει εις Κλαπάδον. Το μόνον λοιπόν, Κύριοι, που θα σας παρακαλέσω είναι να φυλάξωμεν ψυχραιμίαν, ησυχίαν και τάξιν, να μη παρεκτραπούμεν εις το παραμικρόν, τότε δε έλαβον τον λόγον οι Τούρκοι και είπον ότι καθώς ημείς εζήσαμεν με αδελφικήν αγάπην έως τώρα, ελπίζομεν και εις το εξής να περάσωμεν και πάλιν αγαπημένα, χωρίς να μας βλάψετε ούτε σεις ημάς ούτε ημείς σας, ( η αλήθεια δε είναι ότι ημείς δεν είχομεν και σπουδαία παράπονα, διότι εχαιρόμεθα αρκετήν ελευθερίαν), λοιπόν εις απάντησιν τούτων τους εβεβαιώσαμεν ότι ημείς και αν βεβαιωθή η κατοχή, σας δίδωμεν λόγον ότι εις ουδένα θα επιτρέψωμεν
να εγγίσει οθομανόν. Λοιπόν εξελθόντες εκείθεν, εύρομεν το χωρίον άνω κάτω, οι εν Παπάδω μεταβάντες ένεκα της πανηγύρεως, σωρηδόν ήρχοντο, διότι εγενικεύθη το πράγμα, αλλά ουδέν εισέτι θετικόν. Επειδή δε άμα τη πρώτη ειδήσει, έτρεξαν από όλα τα χωριά εις Μυτιλήνην, πριν παρέλθουν δύο ώραι, ήλθον πολλοί και έφεραν την χαρμόσυνον είδησιν, Ε, τότε πλέον δεν περιγράφεται το τι έγινε, πυροβολισμοί κατά χιλιάδες, ο Μουδίρης εβγήκεν και μας λέγει αυτά είχομεν ημείς ομιλήσει, τον είπομεν, ότι και ημείς τα αποδικιμάζομεν αυτά αλλά δεν δυνάμεθα να τους κρατήσωμεν, μη φοβείσθε όμως δια άτοπα τίποτε πράγματα, έκτοτε ο Μουδίρης έφυγεν, και ούτε ξαναφάνη πλέον εις την αγοράν. Οι πυροβολισμοί και ο πανζουρλισμός εξακολουθούσε έως το βράδυ, επέρασα από το σπίτι της Ευαγγελινής, εύρον τον Μιλτιάδην εκεί ήτον και ο Αριστείδης, με εφώναξαν επάνω, τότε πλέον ομιλήθημεν και με τον Αριστείδην, τους λέγω να πάγουν εις το δικό μας σπίτι, δια παν ενδεχόμενον, καθώς και επήγαν, έμειναν εκείνο το βράδυ εις το σπίτι μας, ημείς δε εξήλθομεν εις την αγοράν, συνήλθομεν οι προύχοντες και απεφασίσαμεν και εδιορίσαμεν ως πολιτοφυλακήν περί τα 20 παιδιά οπλισμένα να περιφέρονται εις την κωμόπολίν μας δια παν ενδεχόμενον, αν και δεν υπήρχε φόβος, διότι όλοι οι νέοι Τούρκοι ως στρατεύσιμοι τους απέσυραν εις τον Κλαπάδον, οι δε μένοντες εις τα χωρία μας Τούρκοι, τους κατέλαβεν ένας φόβος που δεν περιγράφεται, λοιπόν ενύκτωσεν, εξημέρωσεν ο πανζουρλισμός δεν παύει.

9 Νοεμβρ. Σήμερον εγερθέντες και ελθόντες εις την αγοράν μανθάνομεν ότι θα έλθη εν απόσπασμα ελληνικού στρατού προς κατοχήν και αποκατάστασιν αρχών, αρχίσαμεν ως τρελοί να ετοιμάζομεν Σημαίας ελληνικάς, ήρχισε δε και η καταστροφή των φεσιών, έξαφνα ακούομεν πλήθος πυροβολισμών, τρέχομεν να δούμεν τι τρέχει, μας λέγουν ότι ο στρατός μας έρχεται, αλλά δεν ήτον, ήλθον εκ Πλωμαρίου περί τους 150 οπλισμένοι με όπλα γκρα. Ο Μιλτιάδης πρωί έφυγεν εις Μυτιλήνην, οι Τούρκοι βλέποντες τους γκράδες και λοιπά εισήλθον εις το συνοδικόν της κοινότητός μας, όλοι οι εκ Μεσαγρού και Σκοπέλου πρόκριτοι και μπέηδες και μας παρακάλεσαν να τους θέσωμεν υπό την προστασίαν μας, ομνύοντες πίστην και υποταγήν εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν και εις τον Βασιλέα Γεώργιον. Τους υποσχέθημεν ότι εις ουδένα θα επιτρέψωμεν να τους εγγίσει, μόνον και αυτοί να μη φανούν ότι αντιπράττουν εις το παραμικρόν. Οι πολιτοφύλακες εξακολουθούν να περιπολούν και νύκτα και ημέραν.

10 Νοεμβ. Ούτε σήμερον δεν εφάνη ο περιμενόμενος στρατός, κρούσματα παρεκτροπών ήρχησαν να γίνονται, αν και επιβλέπομεν. Σήμερον προσεκαλέσαμεν τους Τούρκους και τους είπομεν να μας παραδώσουν ότι πολεμικά όπλα έχουσιν, μας είπον ευχαρίστως θα       σας τα φέρωμεν, αλλά θα σας παρακαλέσωμεν να μας προφυλάξετε από τους νέους σας, διότι φοβούμεθα να μη μας κακοποιήσουν, και πάλιν δε τους υπεσχέθημεν προστασίαν, μας έφεραν περί τα 60-70 γκράδες και αρκετάς πυριτιδοβολάς, με αυτά και πάλιν οπλίσαμεν τους εδικούς μας.

11 Νοεμβ. Ούτε σήμερον κανείς δεν ήλθεν.

12.Νοεμβ. Μανθάνομεν ότι εις τα βόρεια χωρία της νήσου μας, οι εκεί Τούρκοι ομού και ο εις Κλαπάδον ευρισκόμενος τουρκικός στρατός πράτουσιν όργια, οι δικοί μας οι παλικαράδες μένεα πνέουν, ζητούν να επιπέσουν κατά των τούρκων μόλις τους κρατούμεν. Εστείλαμεν επιτροπήν εις Μυτιλήνην, όπως μας στείλουν κανέν απόσπασμα, μας υπεσχέθησαν αλλά τίποτε. Εμάθαμεν δε ότι κατελήφθη και η Χίος.

13 Νοεμβ. Ο Μιλτιάδης ενεγράφη εις Μυτιλήνην  εις την πολιτοφυλακήν, έκαμε φορέματα χακί και εξακολουθεί να περιπολή εις Μυτιλήνην.

15 Νοεμβ. Σήμερον τη διαταγή του Διοικητού Μυτιλήνης Κ Στελάκη, υψώθη επισήμως, παρά του Δημάρχου Γέρας εις το Διοικητήριον Γέρας η Ελληνική Σημαία, εις την τελετήν ήσαν άπαντα τα χωρία, εψάλη δέησις ο πολυχρονισμός του Βασιλέως μας και εχαιρετήθη δια 21 πυροβολισμών, αι ζητωκραυγαί ήσαν ουρανομήκεις, εις την τελετήν ήσαν και οι Τούρκοι.

16 Νοεμβ. Σήμερον μετέβην εις Μυτιλήνην αι κυανόλευκαι κατά χιλιάδες, εις τα χωρία μας σήμερον ελθόντες μερικά κοπούκια εκ Μυτιλήνης και αλλαχού, εζήτουν όπλα από τους Τούρκους, αλλά μη ευρόντες, παρέλαβον δεμένους περί τους 30 εκ των προκρίτων δια να τους φέρουν εις Μυτιλήνην, προς ασφάλειάν των δε εδώσαμεν και μερικά παιδιά δικά μας, διότι αυτό το πράγμα μας απήρεσεν, αλλά τι να κάμωμεν, ηθέλαμεν όμως να ταπεινωθούν και κομμάτι, αν και αυτούς τους κατέλαβεν ο φόβος από τας πρώτας ημέρας.

17-18 Νοεμβ. Τα αυτά των αυτών η κατάστασις σχεδόν αναρχία.

19 Νοεμβ. Σήμερον εύρον δύο χωροφύλακας Τούρκους, Αλβανούς μετεμφιεσμένους με φορέματα ελληνικά και με κασκέτα στο κεφάλι, διεδόθη ότι ήσαν κατάσκοποι, φυγόντες εκ του στρατού του Κλαπάδου. Ο κόσμος, προ πάντων των χωρίων Παπάδου και Μεσαγρού κατελήφθη από πανικόν, και πάλιν ο Αριστείδης εις το σπίτι μας, οι χωροφύλακες εστάλησαν εις Μυτιλήνην, απεδείχθη ότι ήσαν δραπέται και τίποτε περισσότερον..

20 Νοεμβ. Τα όργια εξακολουθούν εις τα βόρεια χωρία, εις ημάς ήλθεν κάποιος παπάς κρητικός αντάρτης, με αρκετά κουπούκια εκ Λουτρών, ζητών να κακοποιήση τους τούρκους επί τη προφάσει να του δώσουν όπλα, επήρε και αυτός μαζί του εις Μυτιλήνην αρκετούς Τούρκους, εις τον δρόμον πηγαίνοντας, εφόνευσεν δύο εξ αυτών τον Χασάν Κόμηλη, (το οποίον μας δυσαρέστησεν διότι αυτόν τον κακούργον θέλαμεν να ζη να βλέπη) και έναν κατσίβελον.
Από τας 20-29 διήλθομεν, όλο με γκρίνιαις και μαλώματα, διότι, τα λεβεντόπουλά μας, ακούοντας ότι εις τα βόρεια  χωρία έγιναν πολλά παρατράγουδα εννοούσαν και αυτοί να τους αφήσωμεν να κάμουν πλιάτσικα τους Τούρκους, ημείς όμως με κάθε μέσον προσπαθήσαμεν και φυλάξαμεν οποσούν την τάξιν, αν και έγιναν και έκτροπα τινα όχι όμως και μεγάλα πράγματα. Ο Παναγιώτης ήλθεν προ τινων ημερών εκ Μυτιλήνης, διότι τα σχολεία αργούν, μεταποιηθέντα εις στρατώνας. Ο Μιλτιάδης, αναχωρήσας ο ελληνικός στρατός εις Κλαπάδον προς καταδίωξιν του τουρκικού εις Κλαπάδον έφυγε και αυτός μαζί.

30 Νοεμβ. Επιτέλους απεφασίσθη πλέον να μας στείλουν και ημάς διοικητήν, λοιπόν, αν και είπον ότι έρχεται περί την μεσημβρίαν, από πρωίας κατέβη ο κόσμος εις το Τουραχάνη άπαντα τα χωρία, συν γυναιξί και τέκνοις, όλων των χωρίων ο κλήρος, όλων των χωρίων οι διδάσκαλοι και διδασκάλισσαι μετά των μαθητών και μαθητριών, μόλις δε την 4 μετά μεσημβρίαν εφάνησαν, ήτον ένας αξιωματικός με 150 στρατιώτας, και κατόπιν ο διοικητής μας Γε. Γεννάδης. Το τι έγινε πλέον εκεί δεν περιγράφεται, εξεφωνήθησαν λόγοι αρκετοί αι ζητωκραυγαί ουρανομήκεις, εκείθεν όλος αυτός ο κόσμος μετέβημεν εις την εκκλησίαν Σκοπέλου, εψάλη δοξολογία, με φρενιτιώδεις ζητωκραυγάς, εξεφωνήθησαν λόγοι και κατόπιν μετέβημεν εις το διοικητήριον, ο στρατός εμοιράσθη εις όλα τα χωρία, ούτω λοιπόν επήλθε πλέον και εις ημάς η τάξις.

1912     Δεκέμβριος  1-31
 Ο μήνας τούτος επέρασε με ολίγας βροχάς ολίγα ψύχη και ολίγας καλοκαιρινάς ημέρας προπάντων δε στεγνάς.  Η πολιτική κατάστασις άνω κάτω, οι συμμαχικοί στρατοί όλο προχωρούν, δυστυχώς οι άθλιοι οι Τούρκοι κάμνουν πολλά όργια, όπου και αν περάσουν, σφαγάς, λεηλασίας ατιμώσεις κ.λ.π.  Σήμερον α’ του μηνός ο ελληνικός στρατός της Μυτιλήνης με αρκετά εθελοντικά σώματα εξ εντοπίων ετράβηξεν προς τα βόρεια χωρία της νήσου μας, εις Κλαπάδον, όπως κυνηγήσει τον εκεί ευρισκόμενον τούρκικον στρατόν.  Μαζί με τον ελληνικόν στρατόν ηκολούθησε και ο Μιλτιάδης. Πορευθέντες εκεί επρότειναν εις τους Τούρκους να παραδοθούν, αποποιηθέντων δε τούτων, ήρχισεν ο πόλεμος, έπεσαν αρκετοί Τούρκοι, εξ ημών μικρά πράγματα. Μια δύο τρείς ημέρας τους εστεναχώρησαν τόσο οι εδικοί μας, ώστε  έστειλαν πρεσβείαν οι Τούρκοι να παραδοθούν με όρους, οι εδικοί μας δεν εδέχθησαν και η μάχη ήρχησε και πάλιν, αλλά ειδόντες οι Τούρκοι το αδύνατον της αντιστάσεως έστειλαν και πάλιν κύρηκα και παρεδόθησαν άνευ όρων.
Λοιπόν ένα βράδυ κατά τας 9 – 10 μετά μεσημβρίαν ηκούσαμεν πολλούς πυροβολισμούς.  Άπαντες οι εν τω χωρίω οπλισθέντες εξήλθον να μάθουν τι συμβαίνει.  Εμάθαμεν δε ότι οι πυροβολισμοί ήτον εις τα Λουτρά και ότι εορτάζουν την παράδοσιν των εν Κλαπάδω Τούρκων, εν καιρώ δε έφθασαν και εκ Μυτιλήνης άνθρωποι βεβαιώσαντες τούτο, και έτσι πλέον ησυχάσαμεν διότι εκαθαρίσθη η νήσος μας από την βρωμεράν αυτήν γενεάν. Οι εν τω Κλαπάδω πεσόντες Τούρκοι, εφονεύθησαν περί τους 150, οι λοιποί περί τας 4 – 5 χιλιάδες ανερχόμενοι ηχμαλωτήσθησαν και εστάλησαν εις τας Αθήνας. Εκ των ημετέρων εφονεύθησαν 17, ο Θεός αναπαύσει την ψυχήν των ηρώων τούτων, των ελευθερωτών μας.  Εις το εις Κλαπάδον τούρκικον στρατόπεδον ευρέθη άφθονον υλικόν πολέμου, ζωοτροφίαι και λοιπά, ανερχόμενα ως λέγουν περί τας 25 – 30 χιλιάδας λιρών.
Μετά την παράδοσιν λοιπόν του τούρκικου στρατού, έφθασε πλέον και ο Μιλτιάδης εις Γέραν, εις το σπίτι, με κάποιον φίλον τον Γε. Καραμάνον, εκ Βασιλικών, εδιηγούντο δε τα όργια τα διαπραχθέντα, παρά των Τούρκων εντοπίων εις βάρος των εκεί χριστιανών, αλλά ως φαίνεται, και οι δικοί μας οι αντάρται δεν καθυστέρησαν, όταν επήγαν εκεί, τα επλήρωσαν με τους τόκους.  Λοιπόν εις το τέλος του μηνός τούτου εκαθαρίσθη η νήσος και επήλθεν η τάξις   




Από αριστερά Δημήτρης Σταύρου, Μίλτος Κουντουράς, Κώστας Κόντος και Στρατής Μυριβήλης.  Όλοι Μυτιληνιοί.
[Από δημοσίευση της εφημερίδας "ΓΕΡΑ" τεύχος 71]

Ο Hasan Canturk

Φωτογραφία που έχει αντληθεί από το FB του Τούρκου Hasan Canturk με την ένδειξη
Skopelos (uskoplu) Yere. Η φωτογραφία δείχνει τον παππού του και τα παιδιά του μπροστά στο σπίτι τους
στο Σκόπελο, φωτογραφημένος λίγο πριν την ανταλλαγή πληθυσμών το 1924
Ο πατέρας του Hasan Canturk, o Salih Canturk είναι ο μικρός με το φέσι
(Από το http://ieragera.blogspot.gr επιμέλεια: Στρατής Γιαννίκος)